Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

 

     Ἀγαπητοί ἀναγνῶσται,

Ἐκεῖ ψηλά στούς οὐρανούς τό βλέμμα θ’ ἀτενίσω,

κι’ ὡς τέκνον τοῦ καλοῦ Θεοῦ μιάν χάριν νά ζητήσω.

Καί θά φωνάξω δυνατά μ’ὃλην τήν δύναμίν μου,                                                                    

ἓως τόν θρόνον του ψηλά νά φθάση ἡ φωνή μου.

Κι’ ἡ χάρις αὓτη πού αἰτῶ ἒχει μεγάλ’ ἀξίαν,

γιατί σέ κάμνει εὐπρόσδεκτον στήν ἂνω Βασιλείαν .

Εἶν’ ἡ ἂφεσις ἁμαρτιῶν, ἐκείνη πού λαμπρύνει,

πού καθαρίζει τήν ψυχήν καί πάλιν φῶς τῆς δίδει.

Τήν χάριν ταύτην ἀδελφοί πρέπ’ ὃλοι νά ποθοῦμεν,

ὃπως τήν ἀπολαύσωμεν ἂξιοι νά γενοῦμεν.

Τῆς Βασιλείας οὐρανῶν ὃταν θά μεταβῶμεν,

κι’εἰς τήν σειράν τῶν ἐκλεκτῶν ὁμοῦ νά παραστῶμεν.

Ἀλλά τήν χάριν ταύτην ὁ Θεός προθύμως τήν παρέχει,

είς ὃποιον μέ μετάνοιαν πλησίον του προστρέχει.

Ἠκούσατε τήν παραβολήν σήμερον τοῦ Ἀσώτου,

πόσον ἐκαταδίκασε τό ἂστοργον τοῦ πρώτου;

Και πόσον ἐδικαίωσε τόν δεύτερον υἱόν του,

πού ἦλθε μέ μετάνοιαν καί ἒκλαιεν ἐμπρός του;

Θέλετε νά θαυμάσετε τήν δύναμιν πού ἒχει;

εἰς τόν νεκρόν τόν ἂνθρωπον πάλιν ζωήν παρέχει.

Σκεφθῆτε ὃταν εἶς τυφλός τό φῶς του ἀποκτήση,

ἒτσι εἶναι κι’ὁ ἁμαρτωλός ὃταν μετανοήση.

Πρός τοῦτο τήν παραβολήν ἒκαμε τοῦ Ἀσώτου,

γιά νά φανῆ ἡ διαφορά τοῦ νέου ποῦ τοῦ πρώτου.

Και ἒκαμε μιάν σύγκρισιν τῶν ἀρετῶν τῶν δύο,

νά ἒχωμεν ὑπόδειγμα δι’ ὃλον μας τόν βίο.

Διότι οὖτοι οἱ ἀδελφοί ἡμᾶς ἀπεικονίζουν,

κι’ εἰς ποίαν τάξ’ἀνήκομεν τῶν δύο ἐνθυμίζουν

Ὃταν  τήν  δίδαξ’ ὁ χριστός ἢθελε νά χωρίση,

εἰς δύο τάξεις τόν λαόν κι’ ἓκαστος πού ἀνήκει.

Προς τοῦτο και  ἐδίδαξε παραβολήν μιά μέρα,

εἰς ἣν παρέστησε δυό υἱούς μέ τόν αὐτόν πατέρα.

Τούς δύο τούτους ἀδελφούς  ἡμεῖς ἐκπροσωποῦμεν,

κι’ εἰς ποίαν τάξ’ ἀνήκομεν οἱ ἲδιοι ἂς σκεφθοῦμεν.

Διά τῆς συμπεριφορᾶς τῶν  ἀδελφῶν τῶν δύο,

θά διδαχθῶμεν μάθημα δι’ ὃλον μας τον βίο.

Και οὓτω θά ἐκλέξωμεν ἀπό τό πάθημά των,

ποίου νά προτιμήσωμεν είς τό ὀλίσθημά των.

Καί ταύτην τήν παραβολήν θέλω νά στιχουργήσω,

μέ τόνον ἐκτενέστερον νά σᾶς τήν παραστήσω.

Πλήν αἱ δυνάμεις  μ’ ἀσθενοῦν καί ὃσον κι’ ἂν φροντίσω,

ἀδύνατον θα  καταστῆ ὀρθῶς νά στιχουργήσω.

Μόλις τό ἀπεφάσισα  καί τό διενοήθην,

ἰδοῦ! αἱ χεῖρες τρέμουσι τό πνεῦμα μ’ ἐσκοτίσθην.

Εἶναι τό θέμα δύσκολον καί δι’ αὐτό φοβοῦμαι,

μή καταστῆ άδύνατον ἐκεῖνο πού σκοποῦμαι.

Διό καί τήν βοήθειαν τήν ἂνω ἐπικαλοῦμαι.

κ’ εἲθε νά ἒλθη βοηθός σέ κεῖνο πού αἰτοῦμαι.

Κ’ ἰδοῦ λαμβάνω ἀπόφασιν ὃσον κι’ ἂν κοπιάσω,

μέ δύναμιν  ν’ἀγωνισθῶ  ποσῶς νά μή διστάσω.

Καί ἂρχομαι μέ συστολήν εὐλάβειαν καί πίστιν ,

καί κλίνω γόνυ εὐλαβῶς στοῦ σύμπαντος τόν κτίστην.

Ἀγαπητοί ἀναγνῶσται,

Πολλαῖς  φοραῖς ὁ Κύριος εἰς κάθε κήρυγμά του,

ἒκαμνε καί παραβολάς ὡς εἶχ’ ἰδίωμά του.

Διά νά εἶναι ἀντιληπτή κάθε διδασκαλία,

ἒκαμνε καί παραβολάς σέ κάθε ὁμιλία.

Κ’ἰδοῦ! μία παραβολή ἡ πιό σπουδαιοτέρα,

πώς παριστάνει δυό υἱούς μέ τόν αὐτόν πατέρα.

                                     ***

Εἶς ἂνθρωπος εἶχε δυό υἱούς καί ἐξ  ἲσου ἀγαποῦσε,

καί ἓκαστον στό ἒργον του, κάθε πρωϊ ὡδηγοῦσε.

Καί κάποτ’ ὁ νεώτερος στόν οἶκον των μιά μέρα,

μέ τρόπον ὃλως ἀπρεπῆ, λέγει πρός τόν πατέρα.

Πατέρα! Ἐγ’ ἀπεφάσισα νά φύγ’είς ξένον τόπον,

ν’ἀλλάξω τό ἐπάγγελμα νά μάθω κι’ ἂλλον τρόπον.

Λοιπόν ἂν θέλης δῶσε μου, κεῖνο πού μοῦ ἀνήκει,

κ’εἰπέ ἀπό τήν σήμερον πώς κάμνεις διαθήκη.

Νά φύγω τό ταχύτερον εἰς  τόπ’ εὐτυχισμένο,

διότι ἐδῶ στόν τόπον μας δέν θέλω πιά νά μένω.

Ἐδῶ εἰς τήν πατρίδα μας ἀδίκως τυραννοῦμαι,

ἐνῶ ἂν φύγ’εἰς ξενιτειάν κάτι θά ὠφελοῦμαι.

Τότ’ ὁ πατήρ ἐνέδωσε καί δίχως νά διστάση,

ἐδέχθη στούς δύο του υἱούς τόνβίον να μοιράση.

Κι’ ἒλαβεν ὁ νεώτερος  τ’ ἀνῆκον τῆς οὐσίας,

κι’ ἀμέσως ἀνεχώρησε εἰς ξένας ἐπαρχίας.

Ἀπό τήν βίαν τήν πολλήν διά ν’ ἀναχωρήση,

οὐδόλως τόν πατέρα του πῆγε νά χαιρετήση.

Ἀναχωρεῖ  ὡς  πλούσιος  ἐμπόρια νά κάμη,

ὃλα τά βλέπει ρόδινα κάμνει νά τά προλάβει.

Τρέχει δεξιά τρέχει ζερβά τρέχει ἐπάνω κάτω,

κι’ ὃπ’ ἒβλεπε ἀνήθικον μαζί του ἐπροσκολλᾶτο.

Σιγά σιγά σπατάλησε τόν βίον ποὒχε λάβει,

καί ὓστερον ἐσκέπτετο μή ἒχων  τί νά φάγει.

Καί ὁ καιρός παρήρχετο μέ συλλογήν  μεγάλη,

τί εἶν’ αὐτά πού ἒπαθε ἀπ’τό κακό κεφάλι.

Ἀλλά! νά στρέψ’  ἐντρέπετο καί τρέχει πάνω κάτω,

νά κάμη ἐπιχείρησιν ἀδίκως προσπαθοῦσε.

Τά χρήματά του τἂφαγε  μέσα σταῖς ἀσωτείαις,

καί σκέπτεται πώς ἒγινε με ταῖς  ἀνοησίαις.

Ἐκεῖ  πού ἐσυλογίζετο και ἐστενοχωρᾶτο,

νά! κι’ἒρχονται οἱ φίλοι του  ’κεῖνοι πού προσκολλᾶτο.

Τόν πλησιάζουν  κ’ ἐρωτοῦν τί  ἒχ’ ἀποφασίσει,

μ΄ αὐτός  δέν εἶχε δύναμιν οὒτε  νά ἀπαντήση.

Ἀπό τήν πεῖνα λύγωσε καί ἦτο σκοτισμένος,

δυνάμεις του ἐξέλιπον γιατ’ ἦτο  ἐξηντλημένος.

Σιγά σιγά τούς ρώτησε ἂν ξεύρωσι κανένα,

Νά προστατεύση ἂνθρωπον πού βρίσκεται στά ξένα.

Ἐκεῖνοι  τ’ ἀπεκρίθησαν  ὃτι θά τόν συστήσουν,

εἰς πρόσωπον πολύ καλόν νά τόν εὐχαριστήσουν.

Πράγματι , τόν συνέστησαν κι’ εὐθύς τόν προσλαμβάνει,

εἶς φίλος των ἐπίσημος  καί σέ δουλειά τόν βάλλει.

Τοῦ ἒδωσε μιά δουλειά  τιμητικήν ὡς πρέπει,

Χοίρους τοῦ ἒδωσε πολλούς εἰς τούς ἀγρούς νά βλέπη.

Πού τό φαγί  πού ἒτρωγον οἱ χοῖροι στο χωράφι,

ἒτρωγε καί ὁ  Ἂσωτος σἂν  νά ’τρωγε πιλάφι.

Ξεύρετε  ποιά  ἦτο ἡ τροφή πού ἒτρωγον οἱ χοῖροι;

ἦσαν τά ξυλοκέρατα  ἡ τακτικἠ τροφή του,

κι’ ἀνέβαινον στούς οὐρανούς οἱ ἀναστεναγμοί του.

                                         ***       

 Ὁ πλοῦτος οὗτος  ποὒλαβε  γνωρίζετε τις ἦτο;

ἦσαν αἱ θεῖαι ἀρεταί μ’ἐκείνας πού ἐκοσμεῖτο,

Σἂν τοῦ ταῖς  ἒδωσ’ ὁ Πατήρ τρέχει εὐθύς ὁ νέος,

καί ταῖς σκορπίζει ἐδῶ κι’ ἐκεῖ καί μένει ἐκτεθειμένος.

ἀντήλλαξε  τάς ἀρετάς μέ ἡδονάς και πάθη,

καί ὃταν ἒγινε πτωχός ἀμέσως τό ἠσθάνθη.

Διότι πρίν ἐγνώριζε ἡ ἀρετή ποιά ἦτο,

και ὃταν τήν ἀπώλεσε  ἒκλαιε κι’ ἐλυπεῖτο.

Ἀμέσως τό κατάλαβε τό λάθος ποὒχε κάμει,

ἀλλ’ ἦτο ἀκατόρθωτον διά νά τό προλάβη.

Ἐκτός ἀπ’ τήν ἐπιστροφήν ἐλπίδα δέν ὑπῆρχε,

νά ἀποκτήση ἀρετάς πού κείνας ὃπου εἶχε.

Λοιπόν τόν  Ἂσωτον υἱόν οἱ πόρνοι  ἐκπροσωποῦσι,

καί γιά νά δοῦσι τόν Θεόν αὐτόν ἂς μιμηθοῦσι.

Οἱ δυό υἱοί εἲμεθα ἡμεῖς καί ὁ Θεός  Πατήρ μας,

ἡ προῖκα μας αἱ ἀρεταί Παράδεισος ἐλπίς μας.

Κι’ ὃσοι ὁμοιάζομεν αὐτόν, αὐτόν ἂς μιμηθοῦμεν,

ἂν θέλωμεν καί τόν Θεόν στούς οὐρανούς νά ἰδοῦμεν.

                                       ***

Τώρα τό ἐκατάλαβε πώς ἒσφαλε μεγάλως,

Κι’ ὃτι τά πταίει μόνος του κι’ ὂχι κανένας ἂλλος.

Γι’ αὐτό καί συλλογίζεται πῶς θά  τό κατορθώση,

νά στρέψη στόν Πατέρα  του νά τόν ἐξιλεώση.

Στέκεται συλλογίζεται πρόγραμμα καταρτίζει,

νά στρέψει στόν Πατέρα του κι’ ἐν τέλει ἀποφασίζει.

Ἀλλά!  τί θά προφασισθῆ γιά νά δικαιολογήση,

τόν τρόπον του τόν ἀπρεπῆ σἂν εἶχ’ ἀναχωρήση;

Σἂν  εἶπε στόν πατέρα του κάμε ἐν συντομία,

δῶσε μου τό ἀνῆκον μου ἀπ’ τήν περιουσία;

Νά φύγω εἰς τήν ξενητιάν νά ἀναπτύξω μέλλον,

καί φθάνει ἐδῶ στόν τόπο μας δέν θέλω πιά νά μένω.

Ὃλα τά σκέπτεται καλῶς καί κάμνει προμελέτη,

Καί  τρόπον ἐμφανίσεως στο  πρόγραμμά του θέτει.

Ὁπότε κάμν’ ἀπόφασιν  ὁριστικῶς μιά  μέρα,

νά στρέψη τό ταχύτερον ὀπίσω στόν πατέρα.

Διότι ἂν παρέμεινεν ὀλίγον εἰς τά ξένα,

ἀφεύκτως  θά  ἀπέθνησκεν εἰς μέρη ἐρημωμένα.

Καί κάμνει τήν ἀπόφασιν ἀλλά πολύ διστάζει,

Σκεπτόμενος τό λάθος του κι’ ὃλο ἀναστενάζει.

Φοβεῖται μήπως ὁ πατήρ δέν τόν δεχθῆ στόν οἶκον,

γιατί  τοῦ  ζήτησ’  αὐθαδῶς  τό μέρος τό ἀνῆκον.

Ὃλα τά συλλογίζεται κι’ ὃλα τά συνδυάζει,

σκεπτόμενος τό λάθος του καί δι’ αὐτό διστάζει. 

 Δέν εἶχε πλέον φάρμακον αὐτή ἡ ἀνοησία,

ἐάν δέν ἒστρεφεν εὐθύς στήν πρώτη του ἑστία.

Ἐκεῖ ὑπῆρχεν ἡ ἐλπίς νά σώσει τήν ζωήν του,

στούς κόλπους τοῦ πατέρα του καί εἰς τούς συγγενεῖς του.

Ἒχασε τήν ἀξίαν του καί ὃλον του τόν πλοῦτον,

ρακένδυτος κι’ ἀκάθαρτος κυλίετο στόν βοῦρκον.

Ὑπέρπλουτος καί ἒνδοξος ἦτο μέ τόν πατέρα,

πτωχός καί ὃλως ἂσημος ἒγινεν εἰς τά ξένα.

Οἱ ὃροι ἀντεστράφησαν χωρίς νά τό προσμένη,

γιαὐτό καί εἰς τήν ξενητιάν δέν θέλει πιά νά μένη.

Σκέπτεται  πῶς εὑρίσκετο πλησίον τοῦ πατρός του,

κ’ εἰς ποίαν θέσιν ἒφθασε τώρα ὁ ἑαυτός του.

Διό καί κάμν’ ἀπόφασιν ὁριστκῶς νά φύγη,

καί εἰς τόν νέον Κύριον  τούς χοίρους παραδίδει.

Τήν  ἀπαισίαν του μορφήν δέν θέλει πιά νά βλέπη,

καί  λέγει του μ’ ἀπόφασιν καί τόλμην ὃπως  πρέπει.

Λάβε κακοῦργε , πονηρέ, τούς χοίρους σου ὀπίσω,

Δέν θέλω πιά πλησίον σου, οὒτε στιγμήν  νά ζήσω.

Τώρα τό ἐκατάλαβα πῶς ἦτο ὁ θάνατός μου,

ἡ ὣρα π’ ἀνεχώρησα  τοῦ  οἲκου τοῦ πατρός  μου.

Ἐκεῖ ἐζοῦσα ὡς υἱός μαγάλου Βασιλέως ,

κ’ ἦλθα ἐδῶ και ἒγινα  δοῦλος διαφθορέως.

Ἐσκόρπισα τόν  πλοῦτον μου μέσα στάς ἀσωτείας ,

καί  ἒμεινα ρακένδυτος καί  λάφυρον  πενίας .

Ποῦ εἶναι τώρα ὁ πλοῦτος μου κ’ ἡ δόξα τοῦ πατρός  μου;

κ’εἰς ποιό σημεῖον μ’ ἒφερεν αὐτός  ὁ ἑαυτός μου.

Ἂχ! Λοιπόν νά στρέψω σύντομα καιρόν πλέον μή χάνω,

διότι λίγον  ἂν σταθῶ  ἐκ πείνης  θ’ ἀποθάνω.

                                       ***

Καί στρέφει ἀμέσως ἐν σπουδῆ, μέ μάτια δακρυσμένα,

Καί  ὃσα  ἐσκέπτετο νά πῆ, τά λέγει λυπημένα.

Ὃλα αὐτά  τά μελετᾶ τήν ὣρα πού βαδίζει,

κ’ ἒχει τό πρόσωπον  χαμαί, πάνω δέν ἀτενίζει.

Τόν δρόμον  ὃλον  πέρασε καί τ’ ἐπαναλαμβάνει,

μή λησμονήσει  τίποτε, καί ἐπί τέλους φθάνει.

Πρίν φθάσει στόν Πατέρα του, εἶπε τά ἀνωτέρω,

Καί ὃταν πάλιν ἒφθασε, πάλιν θά τ’ ἀναφέρω.

                                      ***                                                                                                                                                                                                                                                                            Ἂχ!  καί τί νά γίνω ὁ ἂθλιος!  Καί  πῶς θά κατορθώσω,

Τό σφάλμα ὃπου ἒπραξα νά τό ἐπανορθώσω;

Διότι πόσοι μίσθιοι τρώγουν , διασκεδάζουν,

στόν οἶκον τοῦ πατέρα μου καί  τόν  ἐγκωμιάζουν!

Ὢ! Καί  πόσοι ὑπηρέται  του τόν ἂρτον περισσεύουν,

κι’ ἐγώ μέσα στήν ἒρημον κλέπται νά μέ ληστεύουν!

Καί πόσοι ἂλλοι ἂνθρωποι ζῶσι μ’  εὐδαιμονία,

πλησίον στόν πατέρα μου, κι’ ἐγώ μέ τά θηρία;

Ἂχ!  Ἂραγε ὁ πατέρας μου, κάποτε νά θυμᾶται,

ποὒχε υἱόν καί ἒφυγε νά μέ μοιρολογᾶται;

Ἂραγε  σἂν  κυκλώνουσι τήν τράπεζάν  του οἱ ξένοι,

νά λέγη ὁ πατέρας μου, ὁ γυιός μου ποῦ νά μένη;

Ἂχ!  Σἂν  τόν περιστοιχίζουσιν οἱ δοῦλοι  κι’ ὁ ἀδελφός μου,

νά λέγη ὁ πατέρας μου ποῦ εἶν’ ὁ μικρός υἱός μου;

Ἢ μήπως  νά λησμόνησε τόν δεύτερον υἱόν του,

διότι τόν ἐπίκρανε μέ τό μερίδιόν του!

Ἀλλ’ ὃσον κι’ ἂν τοῦ ἒπταισα, ἐγώ θά ἀποφασίσω,

νά πάγω στοῦ πατέρα μου συγγνώμην νά ζητήσω.

Καί εἶμαι βεβαιότατος , πῶς ὁ καλός πατήρ μου,

δεῖπνον θά κάμη ἒκτακτον μέ τήν ἐπιστροφήν  μου.

Ἀλλ’ ὃταν  παρουσιασθῶ κι’ ὃταν τόν ἀντικρύσω,

τί λόγον πρέπει νά τοῦ πῶ νά τόν ἐξευμενίσω;

Ἐδῶ τώρα χρειάζεται μέ  πόνον νά  φωνάξω,

σἂν πάγω εἰς τόν οἶκον μας , γονυκλινῶς νά κλαύσω!

Καί νά φωνάξω. Πάτερ μου!  ἂκουσε  τῆς φωνῆς  μου!

μετανοῶ  καί δέξαι με ἐκ τῆς παρεκτροπῆς  μου.

Ἣμαρτον εἰς τόν Οὐρανόν, ὡς καί ἐνώπιόν σου,

καί δέξαι με τόν  Ἂσωτον καί ἀσεβῆ υἱόν σου,

Δέν εἶμαι πλέον ἱκανός πατέρα νά σ’ ὀνομάσω,

ὡς δοῦλον σού με ἂφησε, τόν ἂρτον νά χωρτάσω.

Ἣμαρτον πάτερ ἣμαρτον καί  ἂφες με μαζύ σου,

Καί δέξαι με ὡς δοῦλον σου, καί ὂχι ὡς παιδί σου.

                                    ***  

Αὐτά τά ἐσχεδίαζε καί τά προμελετοῦσε,

νά εἲπη στόν πατέρα του, ὃταν  τόν συναντοῦσε.

Σιγά, σιγά, μέ στεναγμούς  καί μάτια δακρυσμένα,

ἀπό μακράν ἀλλοδαπήν, φθάνει στά μαθημένα.

Ἒφθασε στήν πατρίδα του ἐκεῖ πού ἐγεννήθη,

σ’ αὐτήν πού ἀνετράφηκε  κ’ ἐκεῖ  πού ἀνεπτύχθη.

Περιπατεῖ  σιγά, σιγά καί τρέμ’ ἀπό τόν φόβον,

καί  ὃτε  ἐπλησίασεν  ἐστάθη εἰς τόν δρόμον.

Ἀλλά δέν εἶχε πρόσωπον στόν οἶκον  νά  εἰσέλθη,

και  κύτταζεν  ἲσως  κανείς  τῶν δούλων  νά ἐξέλθη.

Ὁπότε κατά σύμπτωσιν  ἐφάνη ὑπηρέτης,

 καί εἶδε  ὃτ’  ἐκοίτετο στόν δρόμον εἷς ἐπαίτης.

Καί  τρέχει εἰς τόν κύριον καί  λέγει ἐσπευσμένως,

ὃτ’ εἷς  πτωχός ρακένδυτος εἶν’ ἒξω πλαγιασμένος.

Τρέχει εὐθύς  ὁ Κύριος  καί βλέπει ἐξαπλωμένον,

νέον πολύ ρακένδυτον καί ὡς ἀφηρημένον.

Ἐστάθη καί ἐκύταξε τίς εἶν’ αὐτός ὁ νέος,

τί ἢθελε!   τί  ἒπαθε!  κ’ ἦτο  χαμαί  πεσμένος;

                                    ***

Ὁπότ’  ἀρχίζει μέ  λυγμούς κι’ ὡμίλει τρομαγμένα,

Πάτερ μου!  ἐγώ εἶμαι  καί στρέφω ἀπ’ τά ξένα.

Πάτερ μου!  δέν εἶμαι ἱκανός εὐθύς νά σ’ όνομάσω,

ἀφοῦ  ἐκαταδέχτηκα, διά νά  σ’ ἀτιμάσω.

Πάτερ μου!  σέ  προσέβαλα μέ τήν ἀναίδειάν  μου,

κι’ ἂν θέλης  Πάτερ  δέχθητι τήν μεταμέλειάν μου.

Και  τώρα πιά ὡς δοῦλον σου θέλω νά λογαριάσης,

καί  ὂχι πλέον τέκνον σου , πάλιν  νά  μ’ ὀνομάσης.  

                                     ***

Ὢ ποία γλῶσσα νά βρεθῆ διά νά διαλαλήση,

τήν ὣραν αὐτήν τί ἒγινε νά τά ἐξιστορήση.

Ὢ καί ποία χεῖρα θά βρεθῆ διά νά περιγράψη,

καί νά τ’ ἀκούση ἂνθρωπος, νά μή ἀναστενάξη.

Πρώτη φορά ἀκούεται τόσ’  ἀνεξικακία,

Πατήρ νά δέχετ’ ἂσωτον  μέ τόσην εὐσπλαγχνίαν.

Σάν ἒστρεψεν ὁ  Ἂσωτος  καί  τὂμαθε ὁ πατήρ του,

ἒτρεξε πρῶτος ὁ πατήρ  κι’ ἐφίλει  τό παιδί  του.

Δέν ἒστρεψε τό πρόσωπον οὒτε καί νά θυμώση,

οὒτε νά πῆ λόγον ψυχρόν διά νά τόν πληγώση.

Ἀλλ’ ὣρμησε στόν τράχηλον καί τόν γλυκοφυλοῦσε,

τοῦ σπόγγιζε τά δάκρυα καί τόν παρηγοροῦσε.

Καί μέ γλυκά φιλήματα σφικτοαγκαλιασμένοι,

εἰσῆλθον εἰς ἀτμόσφαιραν πολύ εὐτυχισμένη.

Δέν πρόλαβεν ὁ  Ἂσωτος τά πάθη του νά εἲπη,

κι’ οἱ δοῦλοι εὐθύς τόν σήκωσαν, τόν ἒβαλαν στό σπίτι.

Βλέπετε ἀναγνῶστα μου πόσ’ ἀνεξικακία,

πῶς δέχθηκε τόν  Ἂσωτον μέ τόσην εὐσπλαγχνίαν!

Ποῖος πατήρ ἀπό ἡμᾶς νἂτον σαὐτήν  τήν θέσι,

νά συγχωρήση τό παιδί πού τόσον εἶχε πταίσει;

Ἀδύνατον ἀπό ἡμᾶς νά τόν  δεχθοῦμεν πάλιν,

διότι θά ἐφοβούμεθα ἲσως πού νέαν ζάλην.   

 Ὃλως διόλου ἀντίθετα μέ τήν δικήν μας γνώμην,

ποτέ δέν θά δεχώμεθα νά δώσωμεν συγγνώμην.

Καί ὃμως πρέπει ἀδελφοί κι’ ἡμεῖς  νά μιμηθοῦμεν,

ὃταν  μᾶς πταίουν τά παιδιά εὐθύς νά συγχωροῦμεν.

Καί ὂχι μόνον τά παιδιά πρέπει νά συγχωροῦμεν,

ἀλλά καί ὁστιςδήποτε τό ἲδιο νά ποιοῦμεν.

Διότι ἡ παραβολή σήμερον μᾶς διδάσκει,

ὁ εἶς τοῦ ἂλλου ἂφεσιν  ἀμέσως νά παράσχη.

                                          ***

Καί τώρ’ ἂς ἐπανέλθωμεν στήν ἒλευσιν τ’ Ἀσώτου,

τί ἐντυπώσεις ἒκαμε τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ πρώτου.

Σἂν ἒφθασεν  ὁ  Ἂσωτος  στήν  πατρικήν  ἑστία,

ὁ  μεγαλύτερος  υἱός  ἦτο στην  ἐργασία.

Καί διατάσσει ὁ πατήρ  τά ράκη νά πετάξουν,

νά φέρουν τήν χρυσῆν στολήν τόν  Ἂσωτον  ν’ ἀλλάξουν.

Κι’ εὐθύς  οἱ ὑπηρέται του σπεύδουν καί τοῦ κομίζουν,

τήν χρυσοϋφαντον στολήν κι’ ἀμέσως τόν στολίζουν.

Φέρτε καί ὑποδήματα στούς πόδας του νά βάλη,

Γιά νά πατῆ τοῦ ὂφεως φαρμακερόν κεφάλι.

Φέρετε καί δακτύλιον καί βάλτε του στήν  χεῖρα,

Τοῦ παναγίου πνεύματος τήν ἀρραγῆ σφραγίδα.

Ὡς ἀρραβῶνα  νά φορῆ τῆς ἂνω Βασιλείας,

ἀφ’ ἒγινεν  ἐλεύθερος  ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας.

Φέρετε τώρα θύσατε τον σιτευτόν τον Μόσχον,

διότι τόν προώρισα  ὡς  λύτρον γιά τόν κόσμον.

Φέρτε τόν Μόσχον θύσατε καί δεῦτε εὐφρανθῶμεν,

εἰς τήν χαράν τοῦ τέκνου μου, δεῦτε  εὐωχηθῶμεν.

Φέρτε τόν Μόσχον θύσατε, δεῦτε  είς πανδαισίαν,

Γιατ’ ὁ υἱός μου ἒστρεψεν ἀπ’ τήν αἰχμαλωσίαν.

Φέρετε  Ὃν  ἐγέννησεν  ἡ δάμαλις  Παρθένος,

καί θύσατε νά λυτρωθῆ  ἃπαν  βροτῶν  τό γένος.

Ἐλᾶτε πάντες φάγετε,  δεῦτε  εἰς πανδαισίαν,

καί τόν Δαβίδ καλέσατε ὁμοῦ στήν εὐτυχίαν.

Νά φέρη τήν κιθάραν του ὁμοῦ καί τό ψαλτῆρι,

καί σύν  Ἀγγέλοις  ψάλλατε  ἐκεῖνο τό  τραγοῦδι.

Μακάριοι  ὧν  ἀφέθησαν πᾶσαι αἱ  ἀνομίαι,

καί  ὧν ἐπεκαλύφθησαν πᾶσαι  αἱ  ἁμαρτίαι.

Ψάλλατε πάντες ψάλλατε, ὁμοῦ  μέ τούς  Ἀγέλους ,

διότι  γίνεται  χαρά  τοῦ  ἀνθρωπίνου  γένους.

Ὦ  Ἂγγελοι  καί ἂνθρωποι  σήμερον εὐφρανθῆτε,

ἡ γῆ καί τά οὐράνια ὁμοῦ νά ἑνωθῆτε.

Ψάλλατε καί  χορεύσατε  γιατ’ ὁ Σατᾶν ἡττήθη,

Τό γένος τό ἀνθρώπινον πάλιν εἰς ὓψος  ἢρθη.

Ὁ  Μόσχος  Ὃν  ἐγέννησεν  ἡ  δάμαλις  Παρθένος,

σήμερον  θύεται  ἑκών  ὑπέρ  βροτῶν  τό  γένος.

Κροτήσατε  συμπόσιον  ὃπως  ἐπρωτερρέθη,

ὃτι  νεκρός  ἦν  καί  ἀνέζησεν, ἀπολωλώς καί εὑρέθη.

                                     ***   

Κι’ ἐν συνεχεία προχωρεῖ μέ πᾶσαν ἁρμονίαν,

κ’ οἱ  κεκλημένοι  ἒρχονται μέ  πλήρην  εὐθυμίαν.

Καί ποῖος νά διηγηθῆ καί τίς νά περιγράψη,

πόσην χαράν ἐγένετο στήν  πανδαισίαν ταύτη;

Κι’ ἐπάνω εἰς ταύτην τήν χαράν  καί εἰς τήν πανδαισίαν,

νά!  αἲφνης  φέρουν  τοῦ πατρός  μιάν νέαν ἀγγελίαν.

Ὁ γυιός του ὁ μεγαλύτερος  ἦτο στήν ἐργασίαν,

καί ἢκουσε τήν μουσική καί αὐτήν τήν συμφωνίαν.

Ἐκάλεσε  δυό, τρία παιδιά καί ἐρωτᾶ, τί τρέχει;

τί γίνεται στό σπίτι μας καί τόσον κόσμον ἒχει;

Ἐκεῖνα τοῦ ἀπήντησαν ὃτ’ ἦλθε ὁ ἀδελφός σου,

καί γίνεται συμπόσιον στόν οἶκον τοῦ πατρός σου.

Τότε ὁ μεγαλύτερος τόσον πολύ ὠργίσθη,

ὣστε μέ τόν Πατέρα του  πάρα πολύ ἐλυπήθη.

Ὠργίσθη καί δέν ἢθελε στόν οἶκον νά εἰσέλθη,

κι’ ἒλεγε στόν Πατέρα του, πῶς καί ἐκαταδέχθη.

Καί  ἒβαλε στο σπίτι του τον  Ἂσωτον υἱόν του,

ἐκεῖνον πού ἠμαύρωσε τό ἂσπρον προσωπό του.

Ἐκεῖνον πού σοῦ ἒφαγε τόσην περιουσίαν,

τοῦ κάμνει τό συμπόσιον καί τόσην πανδαισίαν;

Καί ἒθυσε πρός χάριν του τό σιτευτόν Μοσχάρι!

κι’ ἐκάλεσε πρός χάριν του καί τόν Δαβίδ νά ψάλλη!

Καί δεῖπνον μέγα ἐποίησε νά τόν εὐχαριστήση,

καί οὒτε τόν ἐπέπληξε μήν τόν δυσαρεστήσει.

Σἂν  τὂμαθε ὁ πατέρας του ἒτρεξε λυπημένος,

κ’ηὗρε τόν πρῶτον του υἱόν καί ἦτο θυμωμένος.

Καί τόν ρωτᾶ. Τί ἒχεις τέκνον μου καί εἶσαι θυμωμένος,

καί κάθεσαι περίλυπος στόν δρόμον ἐξαπλωμένος;

Δέν ἒμαθες πῶς σήμερον ἦλθεν ὁ ἀδελφός σου,

καί περιμένει μέ χαράν νά δῆ τό πρόσωπόν σου;

Ἦτο νεκρός κι’ ἀνέζησεν ἀπολωλώς κι’ εὑρέθη,

κι’ οὐδέποτε τό ἢλπιζα πίσω νά ἐπανέλθη.

Καί περιμένει μέ χαράν νἂλθης  ν’ ἀνταμωθῆτε,

κι’ὡς  ἀδελφοί στήν τράπεζαν ὁμοῦ νά παραστῆτε.

Ἒλα παιδί  μ’ ἀγαπητόν στήν τράπεζαν  μαζύ μας,

πού κάθωνται οἱ φίλοι μας καί ὃλοι συγγενεῖς  μας.

Ἒλα παιδί μου σύντομα κι’ ὁ κόσμος περιμένει,

γιά νά σέ ἰδοῦν στήν τράπεζαν ποῦ εἶν’ ἑτοιμασμένη.

Ἒλα νά δῆς τόν Μόσχον μας ποῦ εἶναι τεθειμένος ,

διότι ὁ ἀδελφός σου ἀνέζησε πού ἦτο ἀποθαμένος.

Μήπως παιδί μου νόμισες πῶς θά σέ ἀδικήσω,

νά πάρω τήν μερίδα σου τόν ἂλλον νά πλουτήσω;

Ὂχι!  Ἀπ’ τήν περιουσίαν σου τίποτε δέν ἐγγίζω,

ἒχω ἐγώ ὁ ἲδιος πάλιν νά τόν πλουτήσω.

Ἐσύ νά μείνης ἣσυχος τίποτε μή φοβᾶσαι,

τίποτε νά μή σκέπτεσαι, οὒτε καί νά λυπᾶσαι.

Ὃλα  ὃσα σοῦ ἒδωσα ἀκέραια θά ἒχεις ,

λοιπόν τί  συλλογίζεσαι; φόβον δέν διατρέχεις.

Ἂκουσε ποία χαρά ἒνδον ἐπιτελεῖται,

ἒλα καί σύ στήν τράπεζαν μαζύ νά εὐφρανθῆτε.

Ἂκουσε πῶς ψάλλουσιν οἱ  Ἂγγελοι  μαζύ μας,

καί πόσον τήν ἐτίμησαν αὐτήν τήν ἑορτήν μας.

Δεῦρο καί συνεφράνθητι, μή χάνεις εὐκαιρίαν,

νά δῆς χαρά πού γίνεται στήν ἂνω Βασιλείαν!

Τόν Προφητάνακτα Δαβίδ ἒχομεν καί μᾶς παίζει,

Καί ψάλλουσιν  οἱ  Ἂγγελοι μαζύ μας στό τραπέζι.

Τήν τελευταίαν μας χαράν μή τήν περιφρονήσεις,

πολύ δέ θά ζημιωθῆς καί θά μετανοήσης .

Τόν Μόσχον πιά τόν ἒθυσα, ἂλλον μήν περιμένεις,

πρόσελθε τό ταχύτερον, εἰ δ’ ἂλλως ἒξω μένεις.

Ἡ θύρα πλέον θά κλεισθῆ κι’ ὃσοι ἀδιαφοροῦσι,

νά ἒλθουν εἰς τήν τράπεζαν  ἀργά θά τό σκεφθοῦσι.

Ἡ πανδαισία ὁριστικῶς πρόκειται  ἳνα  κλείση,

καί ὃστις  δέν ἒλθει πρός αὐτήν  θά τό μετανοήση.

Ἰδού!  σέ περιμένομεν καί σέ παρακαλοῦμεν,

ἒλα καί σύ στήν τράπεζαν ὁμοῦ νά εὐφρανθοῦμεν.

Τί νά σοῦ πῶ Πατέρα μου μ’ ἒχεις δυσαρεστήσει,

διότ’ ὁ τρόπος ποὒδειξες μ’ ἒχει πολύ λυπήσει.

Γιατί ἐγώ ἐργάζομαι ἒτη πολλά μαζύ σου,

κι’ οὐδέποτε ἠθέτησα καμμίαν ἐντολήν σου.

Καί οὒτε ἓν ἐρίφιον μοῦ ἒδωσες νά φάγω,

ὁμοῦ μετά τῶν φίλων μου, μιάν ἑορτήν νά κάμω.

Νά φάγω καί νά εὐφρανθῶ κ’ἐγώ  ὡσάν παιδί σου,

πού εἲμουν πάντοτ’ ἓτοιμος εἰς κάθε ἐντολήν σου.

Μόνον ὡς εἶδες κ’ ἒστρεψεν ὁ  Ἂσωτος υιός σου,

εὐθύς καιρόν δέν ἒχασες, θύεις τόν Σιτευτόν σου.

Δέν εἶναι αὐτός πού ἠμαύρωσε τό ἂσπρον πρόσωπόν σου,

καί ἒχει τήν ἀναίδειαν νά λέγη ὃτ’ εἶναι γιός σου;

Δέν εἶν’ αὐτός πού ἒλαβε τό μέρος τῆς οὐσίας ,

κι’ τὂφαγε μετά πορνῶν εἰς ξένας ἐπαρχίας;

Δέν εἶν’ αὐτός πού πρόσβαλε τό τίμιον ὂνομά σου,

κεἶχε τό θάρρος κ’ἒστρεψε πάλιν στ’ ἀνάκτορά σου;

Καί σύ ἀμέσως πρόθυμος οὒτε νά τόν ὑβρίσης,

τρέχεις τόν ὑποδέχεσαι να τόν εὐχαριστήσης.

Ὃλως  διόλου ἀντίθετα πού ἒπρεπε νά κάμης,

νά τόν διώξης πάραυτα διά νά τόν προσβάλης.

Καί τώρα μέ παρακαλεῖς νἂλθω στήν πανδαισίαν,

νά βλέπω καί τον  Ἂσωτον σ’ αὐτήν τήν εὐωχίαν.

Ὂχι δέν τό ἀνέχομαι γιατ’ εἶναι προσβολή μου,

νά ἒχω καί τον  Ἂσωτον  νά κάθηται μαζύ μου.

                                     ***

Τότ’ ὁ πατήρ του ἒφυγε καταγανακτησμένος,

καί στρέφει στό συμπόσιον κι’ ἦτο λυπημένος.

Συμπέρασμα

Ἐκ ταύτης τῆς παραβολῆς τρία θά διδαχθῶμεν,

ὃσοι τήν ἐπροσέξατε κι’ ὃσοι τήν μελετῶμεν.

Τήν εὐσπλαγχνίαν τοῦ Θεοῦ, μετάνοιαν  τ’ Ἀσώτου,

καί τό σκληρόν καί φθονερόν τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ πρώτου.

Ἒχει σπουδαῖον  κείμενον ὃταν τήν μελετήσης,

καί ὃταν μετά προσοχῆς καλῶς τήν ἐρευνήσης. 

Συμβολικῶς  μᾶς ὁμιλεῖ  ὃταν τήν ἐξετάσης,

κι’ πρόσεχ’ ἀναγνῶστα μου διά νά τήν θαυμάσης.

Ἐδῶ πατέρα ἐννοεῖ τόν ποιητήν τῶν ὃλων,

οἱ δυό υἱοί εἲμεθα  ’μεῖς, κ’ αἱ ἀρεταί τόν κόσμον.

Γνωρίζετε τόν  Ἂσωτον  ποῖοι ἐκπροσωποῦσι;

οἱ  πόρνοι καί οἱ μέθυσοι, κι’ ὃσοι ἀνόμως ζοῦσι.

Καί μία τάξις ἀπό ἡμᾶς ὁμοιάζει τοῦ Ἀσώτου,

κ’ ἡ μία ἂλλη δυστυχῶς τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ πρώτου.

Καθότ’ ὁ  Ἂσωτος υἱός ὃσον  κι’  ἂν ἐξετράπη,

πάλιν συνῆλθεν εἰς αὑτόν τό λάθος του ἠσθάνθη.

Ἐνῶ εὑρίσκετο μακράν, τόσον καιρόν στά ξένα,

μετεμελήθη κι’ ἒτρεξε πάλιν εἰς τόν πατέρα.

Διότι ἐσπατάλησε τόν βίο του ἀσώτως,

Κι’ ἐπεριφέρετο γυμνός, εἰς ἁμαρτίας σκότος.

Λοιπόν τινές ἀνήκομεν στ’ Ἀσώτου τήν μερίδα,

κι’ ὃταν μετανοήσωμεν, πάλ’ ἒχομεν ἐλπίδα.

Κἂν ἁμαρτίας φέρομεν μικράς τε καί μεγάλας,

ἐν μετανοία ἂς στρέψωμεν στάς πατρικάς ἀγκάλας.

Ἐκεῖ θά βροῦμε ἂσυλον στούς κόλπους τοῦ πατρός μας,

ὡς εὗρε καί ὁ  Ἂσωτος ἐκεῖνος ἀδελφός μας.

Δέν βλέπετε προς  χάριν μας τώρα ποιόν θυσιάζει,

τόν Υἱόν του τόν Μονογενῆ πού Μόσχον ὀνομάζει.

Λοιπόν ἂς δράμωμ’ ἀδελφοί πάντες  ἐν μετανοία,

εἰς τάς ἀγκάλας τοῦ Θεοῦ ναὒρωμεν σωτηρία.

Καί ἂς περιφρονήσωμεν τήν στάσιν τοῦ μεγάλου,

ποὒδειξε φθονερή καρδιά καί τρόπον τοῦ  βαρβάρου.

Καί τοῦ νυμφῶνος ἒμεινεν ἒξω ἂποκλεισμένος,

κι’ αἰώνια εἰς κόλασιν θά εἶναι κολασμένος.

Ἡμεῖς δέ μέ μετάνοιαν καί καθαράν καρδίαν,

Εἰς τόν Θεόν ἂς δράμωμεν νά βροῦμε σωτηρίαν.

Ἐκ τῶν ὀνύχων τοῦ ἐχθροῦ νά μᾶς ἐλευθερώση,

καί Βασιλείας οὐρανῶν πάντας νά ἀξιώση.

Καί δι’ ἐμέ τόν  Ἂσωτον προσεύχεσθ’ ἀδελφοί μου,

ὃπως  ὁ εὒσπλαγχνος Θεός σώση καί τήν ψυχή μου.     

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Φίλοι μου γειά σας,

Ἡ σελίδα αυτή δημιουργήθηκε μέ τήν ἐλπίδα νά βοηθηθούν κάποιες ψυχές στήν πνευματική τους πορεία πρός τό Χριστό. Ἀπό τόν ἱστότοπο αὐτό θά θίγονται καθαρά ὀρθόδοξα πνευματικά θέματα. Εὐχόμαστε μέ τήν βοήθεια τοῦ τριαδικοῦ θεοῦ μας νά ἐξυπηρετήσει ἀπόλυτα τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο δημιουργήθηκε.