ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ,Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ

 

 

          Ἀδελφοί ἐν Χριστῶ, χαίρετε ἐν Κυρίω πάντοτε. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Μας Ἰησοῦ  Χριστοῦ καί τῆς Κυρίας Θεοτόκου, τῆς Ἐφόρου τοῦ Ἁγίου Ὂρους νά εἶναι πάντα μαζί σας.

          Ἀπόψε τό βράδυ, θά ἢθελα νά πῶ στήν ἀγάπη σας, πρίν ἀναφερθῶ στό θέμα μας, πού ἐπιγράφεται ΄΄Σκοπός καί στόχος τῆς ζωῆς μας, εἶναι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας,,  θά ἢθελα λέγω, νά προθερμάνω τίς καρδιές σας, τήν ψυχή σας καί τόν νοῦν σας, μέ ἓνα θαυμάσιο Ὀρθόδοξο Ἀσκητικό περιστατικό, ἀπό τήν ζωήν, τῶν δύο Μεγάλων καί θεοφόρων Ἀσκητῶν τῆς Ἐρήμου, τοῦ δευτέρου (2ου) περίπου αἰῶνος, καί κατά τό ἒτος 255 μετά Χριστόν.

          Περισσότερον ἀναφέρω αὐτό τό περιστατικό τῶν Ὁσίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, διά νά φανερωθεῖ ἡ χάρις καί ἡ δύναμις τῆς  Ὀρθοδόξου Ἀσκητικότητος, ὃτι δηλαδή, ἡ στρατευομένη Ἐκλησία ἐδῶ στήν γῆ, εἶναι περισσότερο ἀπό ὃλα Ἀσκητική.

                                                                                                                                                                 Τότε ὁ Γέρων καί Μέγας Ἀντώνιος, ὃπου ζοῦσε στήν Ἒρημο τῆς Νιτρίας καί Θηβαιδος τῆς Αἰγύπτου, ἐτῶν ἐνενήκοντα, ἐσκέπτετο καί ἒλεγε: ΄΄ Ἆραγε ὑπάρχει ἂλλος Μοναχός στήν ἐσωτέραν Ἒρημον;,,. Νύκτα δέ τινά, Ἂγγελος Κυρίου ἦλθεν καί τοῦ λέγει:   Ὓπαγε εἰς τήν ἐνδοτέραν  Ἒρημον, διά νά εὓρης τόν Ἀββᾶ Παῦλο, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐναρετώτερός σου, διά νά λάβεις ὠφέλεια μεγάλη.

          Περιπατῶν  τρεῖς ἡμέρας, μόνον ἲχνη ἀλόγων ζώων εὓρισκε, θηρίων πατήματα καί δαιμόνων φαντάσματα, ὁ δέ πονηρός Σατᾶν ἐμφανίζετο ἐμπρός του, ὡς ἱπποκένταυρος, δηλαδή ὡς ἂνθρωπος καί ἳππος (ἂλογο), ἀκόμη καί ὡς Σάτυρος, μέ σχῆμα πιθήκου, ὡς πίθηκος πού εἶχε κέρατα στήν κεφαλή καί πόδια αἰγός, δηλαδή κατσίκας.

          Τήν Τρίτη ἡμέρα, πού περπατοῦσε, εἶδε ἓναν λέοντα νά ἀνεβαίνει στό βουνό, ἠκολούθησε αὐτόν μέχρι τήν εἲσοδον τοῦ σπηλαίου. Τότε τό λιοντάρι εἰσῆλθε στό σπήλαιο, ὃπου κατοικοῦσε ὁ Ὃσιος Παῦλος, ὁ δέ Ἀντώνιος ἒμεινε ἒξω ἀπό αὐτό. Τό λιοντάρι μπῆκε – εἰσῆλθε μέσα στό Σπήλαιο καί ἒμεινε μέ τόν Ὃσιο Παῦλο.

           Ὁ Μέγας Ἀντώνιος χωρίς νά φοβηθῆ εἰσέρχεται  γρήγορα μέσα στό σπήλαιον, ὃπου ὃμως ἐσκόνταψε εἰς ἓνα λίθον καί ἐκτύπησε τό πόδι του. Ἀκούσας ὁ Παῦλος, ὃτι κάποιος ἦλθε, ἀμέσως ἒκλεισε τήν θύρα – τήν πόρτα, ὃπου διέμενε.  Ὁ Ἀντώνιος ἒξωθεν παρακαλοῦσε τόν Παῦλον νά τοῦ ἀνοίξει, λέγοντας: ΄΄  Ὃσιε Πάτερ, δέομαί σου διά τόν Κύριον, ἂνοιξόν μοι νά ἲδω τό σεβάσμιόν σου πρόσωπον,,. Ὁ δέ Παῦλος θέλοντας νά τόν δοκιμάση, δέν ἂνοιγε. Τότε ὁ ἐνενηκοντούτης Γέρων Ἀντώνιος, ἀπό τόν κόπον τῆς ὀδοιπορίας – τρεῖς ἡμέρες – καί ἀπό τό κτύπημα, ὃταν σκόνταψε μέσα στό σπήλαιο, ἒπεσε γονατιστός στό ἒδαφος καί παρεκάλει ἐπί ἓξι ὧρες τόν Ὃσιο Παῦλο νά τοῦ ἀνοίξει, καί βλέποντας τόν ἣλιον νά πλησιάζει εἰς τήν δύσιν του, παρεκάλει ἀκόμη περισσότερο. Τότε ὁ Παῦλος ἐρώτησε - ἀπό μέσα – τόν Ἀντώνιο ποῖος ἦτο, ἀπό ποῦ ἦλθε, καί τί ζητοῦσε.

        Αὐτά εἶπε ὁ Παῦλος διά νά ἲδη τήν ὑπομονή τοῦ Ἀντωνίου, διότι ὃλα τά ἐγνώριζεν, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου.

        Ὁ δέ Ἀντώνιος ἀπεκρίθη καί εἶπε ὃλην τήν ἀλήθεια, πρόσθεσε δέ καί αὐτά: Ὦ ἐπώνυμε καί μιμητά τοῦ σκεύους τῆς ἐκλογῆς, Παῦλε παμμακάριστε, καί τά ἂγρια θηρία φιλοξενεῖς καί ὑποδέχεσαι,καί μένα τόν ἁμαρτωλόν ἀποστρέφεσαι, καί δέν μέ ἀξιώνεις νά σέ ἲδω νά συνομιλήσωμε; ΄΄Αἰτῶν οὐ λαμβάνω, ζητῶν δέν εὑρίσκω, καί κρούοντι δέν μοῦ ἀνοίγεις,, (Ματθ.κεφ. Ζ, στ. 7-8). Ἀλλά δέν ἀναχωρῶ, ἓως ὃτου μοῦ ἀνοίξης, ἢ θά τελευτήσω (θά πεθάνω) μπροστά στήν θύρα σου, καί ἒτσι νεκρός θά σέ ἐλέγχω ἀφώνως διά τήν ἀσπλαχνίαν σου. Ταῦτα ἒλεγεν ὁ μακάριος Ἀντώνιος, πρός τόν  Ἀετόν  τῆς Ἐρήμου, Παῦλο τόν Θηβαῖο, ὁ ὁποῖος ἀνοίγοντας τήν θύραν τοῦ κελιοῦ του, τοῦ λέγει χαριέντως (χαριτολογώντας): ΄΄  Ὃστις, ὃποιος ζητεῖ (ζητάει κάτι) δέν φοβερίζει, καί ὃποιος κατηγορεῖ δέν κλαίει καί δέν δακρύζει,,.  

        Τότε ἀνοίξας τήν θύραν ὁ Παῦλος, μέ πόθον πολύν, ὑπεδέχθη αὐτόν λέγοντας: ΄΄Καλῶς ἦλθες, ἀδελφέ καί συνασκητά Ἀντώνιε,, ἀλλά διατί ἐκακοπάθησες ἓως ἐδῶ νά ἲδης ἓναν σαπρόν Γέροντα, ὁ ὁποῖος πρόκειται νά ἀποθάνει εἰς ὀλίγον διάστημα; ἀλλά παρακαλῶ σε, εἰπέ μοι πῶς διάγουν οἱ ἂνθρωποι εἰς τάς πόλεις καί τά ἒθνη; Εὑρίσκονται εἰς πολέμους ἢ εἰς εἰρήνην; Πρό πάντων δέ εἰπέ μοι, ἐάν εὑρίσκονται εἰς τήν πίστιν ἢ στήν εἰδωλολατρίαν οἱ ἡγεμόνες (δηλαδή οἱ ἂρχοντες τῆς πολιτείας).                                                         Ὁ δέ Ἀντώνιος ἐπληροφόρησε αὐτόν, πῶς εἶχε ὁ κόσμος στήν ἐποχή τους, τόν 2ον μέ 3ον αἰῶνα.   Ἒτσι συνομιλοῦντες οἱ Ἃγιοι, βλέπουν ἐπάνω εἰς ἓνα κλάδον δένδρου κόρακα νά βαστάζει ἂρτον ὁλόκληρον, πετάξας αὐτός ἀπό τό δένδρον ἦλθε καί τό ἂφησε ἀνάμεσά τους, καί ἒφυγε. Τότε, ὁ οὐράνιος ἐκεῖνος ἂνθρωπος Παῦλος, λέγει πρός τόν Ἀντώνιον, ἰδού ἀδελφέ, ἑξήντα χρόνια εἶναι πού μοῦ φέρνει τροφήν ὁ κόρακας αὐτός, ὂχι ὃμως ὁλόκληρον, ἀλλά μισόν, σήμερον ὃμως, ἐπειδή εἶσαι σύ ἐδῶ, ἒφερε ὁλόκληρον ἂρτον. 

          Ἒφθασε, ὃμως, καιρός ἀναχωρήσεως τοῦ Ὁσίου Παῦλου διά τόν Κύριον, διά τόν οὐρανόν, καί ὁ μακάριος Ἀντώνιος εὑρισκόμενος μόνος, μέσα στό σπήλαιο καί κοντά στό λείψανο τοῦ Ὁσίου Παύλου, ὁ ὁποῖος γονατιστός, ὃπως προσηύχετο, παρέδωσε τήν ψυχήν του εἰς τά οὐράνια.

          Περίλυπος καί συλογιζόμενος, πῶς νά ἐνταφιάση καί κυρίως ποῖος θά ἀνοίξει λάκον, βλέπει νά ἒρχονται δύο φοβερώτατοι λέοντες, ἀπό τήν ἐσωτέραν ἒρημον, καί ὡς ἂνθρωπος ἐφοβήθη. Οἱ λέοντες πλησιάσαντες πρῶτον τόν  Ὃσιον Παῦλον, ἒσειον (κουνούσαν) τάς οὐράς αὐτῶν καί μέ τήν γλῶσσαν περιέλειχον (ἒγλειφον) τά πόδια αὐτοῦ, ὡς νά ἦτο ζωντανός. Ἒπειτα ἀφοῦ ἐγνώρισαν τήν κοίμησιν τοῦ  Ὁσίου (ὃτι ἀπέθανε), ἒκαμον βρυχηθμόν καί ἒπεσαν εἰς τούς πόδας του, ὡς προσκηνούντες αὐτούς.

         Ὁ δέ ὃσιος Ἀντώνιος ἐθαύμαζε βλέποντας, ὃτι καί τά θηρία ἐλυπήθησαν, διά τήν ἀναχώρησιν καί στέρησιν τοῦ Παῦλου.  Μετά οἱ δύο λέοντες ἒσκαψαν καί ἢνοιξαν λάκκον μέ τούς ὂνυχάς των, ἐξαγαγόντες (βγάζοντες) καί τό χῶμα, ἀφήνοντες ἒτσι κατάπληκτον τόν μακάριον Ἀντώνιον, ὃστις προσηύχετο καί ἐδόξαζε τόν Θεόν, δι΄ὃσα ἒβλεπεν ἒμπροσθέν του, λέγοντας: ΄΄Κύριε ὁ Θεός τῆς γνώσεως, δίχως τοῦ προστάγματός Σου, οὒτε φύλλον πίπτει δένδρου, οὒτε πτηνόν καταφέρεται εἰς τήν γῆν..κ.τ.λ.,, τότε, ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἒκαμε σχῆμα καί σημεῖον μέ τό χέρι του διά νά ἀπομακρυνθοῦν τά λιοντάρια (οἱ λέοντες) ἐκεῖνοι ὃμως ἦλθον(πλησίασαν) πάλι τό Ἱερόν λείψανον τοῦ Ὁσίου Παύλου, καί ἀφοῦ ἠσπάσθησαν αὐτό, τότε ἀνεχώρησαν.

          Ὁ ὃσιος καί Μέγας Ἀντώνιος βαστάσας τό Ἱερόν λείψανο ἐνεταφίασε αὐτό τό ἒτος (341 μ.χ.) δεκάτη Πέμπτη (15) Ἰανουαρίου. Αὐτός ὁ Ὃσιος Παῦλος ἐγεννήθη τό ἒτος (227 μ.χ.) στήν Θηβαιδα τῆς Αἰγύπτου, ἐξ οὖ καί θηβαῖος. Τό ἒτος (250) ἒφυγε εἰς τήν Ἒρημον, σέ 15 ἐτῶν ἡλικία,καί ἐκεῖ ἒζησε στό σπήλαιο (91) ἒτη. Ὃλα δέ τά ἒτη τῆς ζωῆς του, ἦσαν (114) ἑκατόν δέκα τέσσερα.                                                        

          Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἒμεινε ἀκόμη μία ἡμέρα, διά νά ἰδῆ ἐάν θά ἒλθη πάλιν ὁ κόραξ μέ ἂρτον, ἀλλά δέν ἐφάνη. 

          Αὐτή εἶναι ἡ πραγματική πίστις, ἀγάπη καί ἐλπίδα πού πρέπει νά ἒχει ὁ Ὀρθόδοξος Χριστιανός, πρός τόν Θεόν, ὃπως αὐτοί οἱ δύο ἡσυχασταί , Ἐρημῖται, Ἀσκηταί καί Οὐράνιοι ἂνθρωποι Παῦλος καί Ἀντώνιος τοῦ Θεοῦ, ὃπως γράφει, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, εἰς τήν πρώτην πρός Κορινθίους ἐπιστολήν του: ΄΄Νυνί δέ μένει πίστις - ἀγάπη - ἐλπίς, μείζων δέ τούτων ἡ ἀγάπη,, Α ! Κορ. κεφ. 13 στ. 13 πρός τόν Θεόν καί τόν συνάνθρωπον.

          Ὁ δέ καρπός τῆς ἡσυχίας, τῆς ἐρήμου, καί τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος, εἶναι: ΄΄Η ΑΓΑΠΗ,, ΄΄διά τοῦτο γρηγορεῖτε,στήκετε ἐν τῆ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε. Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπη γινέσθω,,.

          Δηλαδή. Μένετε ἂγρυπνοι καί προσεκτικοί. Μείνετε σταθεροί καί ἀκλόνητοι εἰς τήν πίστιν. Νά φανεῖτε ἂνδρες γενναῖοι, πάρετε πάνω σας δύναμιν καί ἰσχύν. Ὃλα δέ ὃσα λέγετε καί κάνετε ἂς γίνωνται μέ ἀγάπη. ( Α ! πρός Κορινθ. Κεφ.ΙΣΤ΄,στ.13-14).

          Διά τοῦτο καλῶς ὀνομάσθη ἡ Μοναχική Πολιτεία ἐπιστήμη τῶν ἐπιστημῶν, καί τέχνη τεχνῶν, καί ὂντως ἀληθής φιλοσοφία.                                                                                                   Διότι τό νά ἀνακαλύψη τίς (κανείς) τόν δρόμον τῆς σωτηρίας του, τυγχάνει (εἶναι) ὁ πλουσιώτερος καί εὐφυέστερος  ἂνθρωπος τοῦ κόσμου.

          Ὁ προαναφερθής Ἃγιος Γέρων καί καθηγητής τῆς Ἐρήμου, Μέγας Ἀντώνιος, ἐρωτᾶ καί λέγει: Τί ἐστίν ἂνθρωπος; Καί ἀπαντᾶ:  ΄΄ Ἂνθρωπος εἶναι καί λέγεται, αὐτός πού χρησιμοποιεῖ σωστά τήν λογική του, ἢ ἐκεῖνος πού δέχεται συμβουλή γιά τήν διόρθωσή του. Αὐτός πού δέν διορθώνεται δέν λέγεται ἂνθρωπος, ἀλλά ἀπάνθρωπος.,,

          Ὁ λογικός ἂνθρωπος, προσέχοντας ὁ ἲδιος τόν ἑαυτόν του, ἐξετάζει τί πρέπει νά πράξει καί τί τόν συμφέρει καθώς καί ποιά ταιριάζουν στήν ψυχή καί τήν ὠφελοῦν καί ποιά ὂχι.

            Διότι, ΄΄Οἱ ἂνθρωποι καταχρηστικῶς λέγονται λογικοί. Δέν εἶναι λογικοί, ὃσοι ἒμαθον τούς λόγους καί τά βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλά ὃσοι ἒχουν λογική ψυχή καί μποροῦν νά διακρίνουν ποιό εἶναι τό καλό καί ποιό τό κακό, καί ἒτσι ἀποφεύγουν τά ψυχοβλαβή κρατόντας μόνο τά ψυχωφελή.,,

          ΄΄ Ἡ λογική καί ἐνάρετη ψυχἠ ἀναγνωρίζεται ἀπό τό βλέμμα, ἀπό τό βάδισμα, ἀπό τήν φωνή, ἀπό τό γέλιο, ἀπό τό πού διατρίβει ( πού συχνάζει) καί μέ ποιούς συναναστέφεται.,, ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ.

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                 Ἀπό τήν Ἀρχαιότητα ἀκόμη πάρα πολλοί ἂνθρωποι προσπάθησαν να δώσουν  ἐξήγηση καί νόημα στήν ζωή τους. Προσπάθησαν νά ἐξηγήσουν τόν ἐρχομό τους ἐδῶ στήν γῆ. Προσπάθησαν καί προσπαθοῦν ἀκόμη καί σήμερα ἂνθρωποι ἀπό ὃλα τά  Ἒθνη νά δώσουν τήν σωστή ἀπάντηση γιατί ὑπάρχουν, γιατί ζοῦν, γιατί ἦλθαν, ἀπό πού ἦλθαν, γιατί παραμένουν, ἀλλά και πού ὑπάγουν.

          Ὑπῆρξαν καί θά ὑπάρξουν ἂνθρωποι, ἀπό Ἀδάμ καί Εὒας μέχρι τῆς συντελείας τῶν αἰώνων, τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, πού δέν πίστευσαν, οὒτε θά πιστεύσουν ποτέ στόν Θεόν τόν ἀληθινόν. Αὐτοί εἶναι οἱ πολλοί κλητοί, ἀλλά ὁλίγοι οἱ ἐκλεκτοί, ὃπως ὁ Κύριος Μας τούς χαρακτιρίζει.

          Ἀπό τούς Ἀρχαίους  Ἓλληνας, σοφούς καί  φιλοσόφους, αὐτοί πού περισσότερο πλησίασαν, διά νά ἐξηγήσουν τήν παρουσία τοῦ ἀνθρώπου πάνω στή γῆ, ἀλλά καί ἂν ὑπάρχει Θεός, ὂχι θεοί, διότι τούς πολλούς τούς πιστεύανε ἢδη.                                                   Αὐτοί, λοιπόν, οἱ Σοφοί εἶναι ὁ Σωκράτης, ὁ Πλάτων καί ὁ Ἀριστοτέλης, διά τοῦτο – τρόπον τινά -  ὀνομάζονται ΄΄Πρόδρομοι τοῦ Χριστοῦ,, ἐπειδή καί οἱ τρεῖς  αὐτοί, ἀναφέρονται  σχεδόν  σέ ἓναν Θεό λέγοντες, ὃτι ὑπάρχει τό Ἱερόν, τό  Ὃσιον καί τό δίκαιον ἣ καί  Ἓνας Θεός.                                                         

            Εἰς δέ τήν τοιχογραφία  τῆς τραπέζης, τῆς Μεγίστης  Λαύρας, τοῦ  Ἁγίου  Ἀθανασίου στό  Ἃγιον Ὂρος, εἰκονίζονται στήν ἀρχή, πρίν ἀπό τούς χαιρετισμούς τῆς Παναγίας μας, αὐτοί οἱ τρεῖς Σοφοί τῆς Ἀρχαιότητος.                                                             Ὃπως γνωρίζουμε, οἱ Ἀρχαῖοι  Ἓλληνες εἶχαν  δημιουργήση βωμούς σέ ὃλους τούς θεούς, ἒτσι ἐδημιούργησαν καί ἓνα βωμό, μέ τήν ἐπιγραφή ἀφιερωμένο στόν ἂγνωστο Θεό, ἐδῶ στήν Ἀθῆνα.

          Πρίν ἀπό τήν τοποθέτησίν μας, γιατί τό τί πρέπει νά ἀκολουθήση ὁ ἂνθρωπος στήν ζωή του, ἀφοῦ ἀπό μικρή ἡλικία ἀναπτύσεται καί μεγαλώνει ψυχοσωματικά, πρέπει νά ἀναφέρω ἐδῶ ἐκεῖνο τό ὂμορφο  Ἱστορικό τῆς μυθολογίας μέ τόν Ἠρακλῆ, πού βρέθηκε στό δίλλημα, ποιόν δρόμο νά ἀκολουθήση:   ΄΄ Τῆς  ἀρετῆς  ἢ  τῆς  κακίας.,,

          Ὁ ἂνθρωπος, ἐπλάσθη ΄΄ κατ΄εἰκόνα καί καθ΄ὁμοίωσιν  Θεοῦ,, ( Γένεσις Κεφ. Α΄στ. 26-27 )      Καί εἶπεν ὁ Θεός καθ΄ἑαυτόν (ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΤΟΥ).  Ἂς δημιουργήσωμεν τώρα ἂνθρωπον, σύμφωνα μέ τήν ἰδικήν μας εἰκόνα, καί νά ἒχει τήν δυνατότητα νά ὁμοιάση μέ ἡμᾶς. Αὐτοί, ἂνδρας και γυναῖκα, ἂς εἶναι ἂρχοντες καί κύριοι τῶν ἰχθύων, τῆς  θαλάσσης, τῶν πτηνῶν τοῦ οὐρανοῦ, τῶν κτηνῶν καί ὃλης τῆς γῆς καί ὃλων ὃσων ἓρπουν ἐπάνω εἰς τήν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς.  Πράγματι, ὁ Θεός ἐδημιούργησε τόν ἂνθρωπον καί τόν ἐπροίκισε μέ ἰδικά του χαρακτηριστικά γνωρίσματα, ὣστε νά εἶναι μέ αὐτά εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, λέγοντάς τους: ΄΄ αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε καί πληρώσατε (γεμίσατε) καί κατακυριεύσατε αὐτήν.,,

          Σκοπός, στόχος καί πραγματικός προορισμός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ θέωσις ( Νά γίνη δηλαδή ὁ ἂνθρωπος θεός κατά χάριν -ὂχι κατ΄οὐσίαν, πού εἶναι ὁ Θεός), θέωσις λέγω, δηλαδή, ὀμοίωσις μέ τόν Χριστόν κάτι πού μπορεῖ νά ἀκούγεται τολμηρό, ἀλλ΄εἶναι πράγματι ὁ σκοπός, διά τόν ὁποῖον ἐπλάσθησαν ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὒα. Ἀκόμη, ἀληθινός προορισμός τοῦ Χριστιανοῦ εἶναι νά ἀποκτήση τό Ἃγιον Πνεῦμα. Γνώριζε, πῶς κανένα καλό ἒργο δέν φέρει τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἂν δέν γίνεται γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὃπως λέγει ὁ  Ἃγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ ἢ Σαρώφ – εἰς τόν Μοτοβίλωφ.         Σκοπός καί στόχος τῆς ζωῆς μας, εἶναι ἡ ἀπόκτησις τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐγώ τόν ρώτησα, (λέγει ὁ Μοτοβίλωφ) τί ἐννοεῖς πάτερ λέγοντας ἀπόκτηση, δέν καταλαβαίνω καθαρά. Ὁ Ἃγιος μοῦ εἶπε:΄΄ Ἀποκτῶ εἶναι τό ἲδιο μέ τό κερδίζω,

 

    Ξέρεις τί θά πεῖ κερδίζω χρήματα;  Ἀποκτῶ τό  Ἃγιον Πνεῦμα , αὐτό εἶναι τό ἲδιο πρᾶγμα.,,  Ἐάν ὁ ἂνθρωπος, ὃπως ἀγωνίζεται νά ἀποκτήση τό χρῆμα ἢ τόν πλοῦτο, ἀγωνίζεται καί μέ τήν προσευχή νά ἀποκτήση τήν θεία χάρι, τότε τό βέβαιον εἶναι, ὃτι τό Ἃγιον  Πνεῦμα, θά τόν ἐπισκεφθῆ καί θά τόν ἐπισκιάση.  

          Ὁ προορισμός τοῦ ἀνθρώπου, διακρίνεται σέ δύο περιπτώσεις:                                                 Πρῶτον σέ:  ΄΄ Ἀρχικόν Προορισμόν,, Δηλαδή γιατί ὁ ἂνθρωπος ἐπλάσθη – δημιουργήθηκε καί τοποθετήθηκε πάνω στήν γῆ, καί  Δεύτερον σέ: ΄΄ Τελικόν  Προορισμόν,,  Δηλαδή πού θά καταλήξει στήν μετά θάνατον Ζωή.

          Διά τό ποῖος εἶναι ὁ Ἀρχικός Προορισμός τοῦ ἀνθρώπου πάνω στήν γῆ λέγομεν ὃτι ὁ λόγος, ὁ στόχος καί ὁ σκοπός αὐτοῦ τοῦ προορισμοῦ εἶναι ὁ ἐξῆς:  ΄΄ ΝΑ ΟΜΟΙΩΘΗ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ,, ἀλλ΄ὃμως  εἶναι δυνατόν ὁ ἂνθρωπος νά γίνη ὃμοιος μέ τόν Χριστόν, καί νά ἀποκτήση τήν ἀρετήν – τό ἂμωμον – τήν ἀναμαρτησίαν – τό ὓψος καί τήν Ἁγιότητα τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ ;

          Ἀπαντῶντας στήν ἐρώτηση αὐτή λέγομεν, ὃτι δέν πρόκειται, ὁ ἂνθρωπος νά γίνη ὃμοιος ποτέ μέ τήν  θεότητα καί τήν δόξαν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά νά γίνη ὃμοιος ὡς ἂνθρωπος πρός τήν ἀνθρωπότητα Αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἒζησε ἐδῶ στήν γῆ. Διά τοῦτο βασική προυπόθεσις, στόχος καί σκοπός τοῦ ἀνθρώπου ὃπου ὑπάρχει καί ζῆ, εἶναι: ΄΄ ΝΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΣ ΚΑΙ ΗΘΙΚΩΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ,, δηλαδή νά μορφωθῆ καί νά ὁμοιωθῆ ὁ ἂνθρωπος, ὃσο εἶναι δυνατόν ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΣ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ, διά νά ἀποκτήση τόν ἠθικόν χαρακτῆρα αὐτοῦ, τοῦ Χριστοῦ.

          Ἡ Δευτέρα περίπτωσις, διά τόν τελικόν σκοπόν καί προορισμόν τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν μέλλουσα καί αἰώνια ζωή, εἶναι:΄΄ ΝΑ ΥΨΩΘΗ Ο  ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΝΔΟΞΑΣΘΗ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ  ΑΙΩΝΙΟΝ ΚΑΙ ΑΤΕΛΕΥΤΗΤΟΝ  ΒΑΣΙΛΕΙΑΝ  ΑΥΤΟΥ.,, Δηλαδή, ἀφοῦ ὁ ἂνθρωπος προετοιμασθῆ καί καταρτισθῆ πνευματικά ὃσο τοῦ εἶναι δυνατόν εἰς τόν κόσμον τοῦτον, ἒπειτα νά ὑψωθῆ ὡς πνευματικό τέκνο, μέ τήν χάριν τοῦ Θεοῦ, καί νά δοξασθῆ μέ τόν Χριστόν, γενόμενος ἒτσι κληρονόμος τῆς χαρᾶς, τῆς δόξης, τῆς μακαριότητος καί τῆς αἰωνίου βασιλείας Αὐτοῦ.  Ὣστε ἐνώνοντας καί ταυτίζοντας, τόν πρῶτον ἀρχικόν σκοπόν τοῦ προορισμοῦ, μέ τόν δεύτερον ΤΕΛΙΚΟΝ διατυπώνουμε ἐν συνόψει - ἐν συντομία τά ἐξῆς:   

                                             

         Ὃτι: Ὁ προρισμός τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ κατά τό δυνατόν ὁμοίωσις αὐτοῦ πρός τόν Χριστόν καί ἡ ἐν τῶ Θεῶ ( Δηλαδή μέσα στόν Θεόν, καί μαζί μέ Αὐτόν) ὃπως ( Ο ΤΡΩΓΩΝ ΜΟΥ ΤΗΝ ΣΑΡΚΑ ΚΑΙ ΠΙΝΩΝ ΜΟΥ ΤΟ ΑΙΜΑ ) ἀπόλαυσις τῆς αἰωνίου δόξης καί μακαριότητος, πρός δόξαν τοῦ Ὑψίστου καί Παναγάθου Θεοῦ, ὃπου, οὒκ ἒστι πόνος, οὐ λύπη οὐ στεναγμός, ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος .

          Αὐτόν, λοιπόν, τόν προρισμόν,  τόν στόχον καί σκοπόν ἒχει ὁ ἂνθρωπος, πού ὑπάρχει καί ζεῖ πάνω στή γῆ, καί δι΄αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγον ἐπλάσθη ἀπό τόν Θεόν, αὐτό ἂλλωστε μᾶς τό βεβαιώνει ὁ Εὐαγελιστῆς  Ματθαῖος, λέγοντας: ΄΄  Ἒσεσθε οὖν ὑμεῖς  τέλειοι,,. ( Ματθ. κεφ. Ε΄στ. 48 ) ὣσπερ ὁ Πατήρ ὑμῶν …τέλειος ἐστίν. ΔΗΛΑΔΗ: ΑΓΩΝΙΣΘΗΤΕ ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ ΕΣΕΙΣ ΤΕΛΕΙΟΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΟΛΟΥΣ, ΟΠΩΣ ΤΕΛΕΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΥΡΑΝΙΟΣ  ΠΑΤΕΡΑΣ ΣΑΣ.

          Καθώς καί τό :΄΄ Ἃγιοι γίνεσθε, ὃτι ἐγώ ἃγιος εἰμί,, (Α΄Πέτρου Κεφ.Α΄ στ.16) Δηλαδή, νά γίνεσθε εἰς ὃλην σας τήν ζωή  Ἃγιοι, διότι ἐγώ ὁ Θεός καί Πατέρας σας, εἶμαι ἃγιος.

          Διά νά πετύχουμε, τόν ὡραιώτατον αὐτόν στόχον καί προορισμόν, στό τέλος τῆς Ζωῆς μας, ἡ Μητέρα μας  Ἐκλησία μᾶς βοηθᾶ καί προτρέπει μέ πολλούς καί ποικίλλους τρόπους, ἀλλά καί μέ μαρτυρίες.

          Ἓνας τρόπος ἐξ αὐτῶν εἶναι καί ἡ προτροπή τοῦ Τιμίου Προδρόμου: ΄΄Μετανοεῖτε ἢγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν,, καθώς καί τοῦ Κυρίου Μας Ἰησοῦ, ὃστις λέγει τά ἲδια τοῦ Προδρόμου λόγια, συμπληρόνωντας κάτι ἂλλο: ΄΄ Και πιστεύσατε εἰς τό Εὐαγγέλιον Μου΄΄. ( Ματθ. Κεφ. Γ΄στ.2) ΔΗΛΑΔΗ:

ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ, ΑΛΑΞΑΤΕ ΦΡΟΝΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΝ ΖΩΗΣ, ΔΙΟΤΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ – ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΦΕΡΕΙ Ο ΜΕΣΣΙΑΣ – ΕΧΕΙ ΠΛΕΟΝ ΠΛΗΣΙΑΣΕΙ.

          Ἂλλαι προτροπαί και μαρτυρίαι περί τοῦ ἂκρου, τελικοῦ καί ὑψίστου προρισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι: ΄΄Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου κ.τ.λ. ΔΗΛΑΔΗ:  Ἐλᾶτε σεῖς, πού εἶσθε εὐλογημένοι ἀπό τόν Πατέρα μου νά λάβετε ὡς κληρονομίαν τήν βασιλείαν, πού ἒχει ἑτοιμασθῆ διά ἐσᾶς ἀπό καταβολῆς κόσμου.  (Ματθ. Κεφ. Κε΄  25-34)

          Τοῦ ἰδίου  Εὐαγγελιστοῦ  Ματθαίου εἶναι καί ἂλλη προτροπή πού λέγει: ΄΄Τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάψουσιν ὡς ὁ ἣλιος κ.τ.λ. ( Ματθ.Κεφ. ιγ΄, 43 ) ΔΗΛΑΔΗ:  Τότε οἱ δίκαιοι θά δοξασθοῦν καί θά λάμψουν ὡσάν τόν ἣλιον εἰς τήν βασιλείαν Οὐρανίου Πατρός των. Ὃποιος ἒχει ὧτα διά νά ἀκούση μέ ἐνδιαφέρον  καί δέχεται τήν ἀλήθεια, ἂς ἀκούη. (Σχόλιο γιά τά ὦτα)

          Ὁ κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων Πέτρος μᾶς χαροποιεῖ  μέ  τόν δικό του τρόπο, λέγοντάς μας τά ἑξῆς:  Εὐλογητός ὁ Θεός καί Πατήρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ…, ὁ ὁποῖος σύμφωνα πρός τό πολύ ἒλεός του καί τήν εὐσπλαχνίαν  του μᾶς ξαναγέννησε διά νά μᾶς χαρίση ἐλπίδα ἀγαθῶν αἰωνίων. Καί ἒκαμε τήν ἐλπίδα μας αὐτήν ζωντανή διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποῖα ἀποτελεῖ  ἐγγύησιν, ὃτι ἡ ἐλπίδα μας δέν θά διαψευσθῆ, ἀλλά θ΄ἀναστηθῶμεν καί ἡμεῖς . ( Α΄ Πέτρου Κεφ. Α΄, 3 ).

          Ὁ δέ  Ἀπόστολος  Παῦλος, μᾶς ὑιοθετεῖ ὡς τέκνα θεοῦ, ἀλλά καί συγκληρονόμους Χριστοῦ, εἰς τήν βασιλείαν  τῶν  Οὐρανῶν λέγοντας: Πρός Ρωμαίους     ( Κεφ. Η΄(8), 16-17 ): ΄΄Αὐτό τό πνεῦμα συμμαρτυρεῖ… Δηλαδή..ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ μαρτυρεῖ μαζί μέ τό πνεῦμα μας, ὃτι εἲμεθα τέκνα Θεοῦ.  Ἀφοῦ, λοιπόν, εἲμεθα τέκνα Θεοῦ εἲμεθα καί κληρονόμοι. Εἲμεθα κληρονόμοι μέν τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ἀλλά εἲμεθα καί συγκληρονόμοι τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἀδελφοῦ μας.

Γινόμεθα ὃμως συγκληρονόμοι τοῦ Χριστοῦ, ἐάν συμπάσχωμεν  μαζί Του (τηρῶντας τάς ἐντολάς Του), διά νά δοξασθῶμεν καί μαζί Του.

Ὣστε, ἐάν ὑπομένομεν στόν προσωπικόν μας πνευματικόν ἀγῶνα, τότε  θά συμβασηλεύσωμεν μέ τόν Χριστόν. Ἂν ὂμως τόν ἀρνούμεθα, θά μᾶς ἀρνηθῆ καί Ἐκεῖνος, διότι ἐάν ἐμεῖς, ἀπιστοῦμεν καί τόν ἀρνούμεθα, Αὐτός ὁ Χριστός μένει πιστός εἰς ὃσα ὑπόσχεται, διότι ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά ἀρνηθῆ τόν Εαὐτόν Του, καί νά ἀθετήση τούς λόγους Του: ( Β΄πρός Τιμόθ. Κεφ. Β, 12-13).

          Τό δέ ἀποκορύφωμα τῆς εὐλογημένης μακαριότητος  τῶν σεσωσμένων ἐν ἐκείνη τῆ ἡμέρα, θά εἶναι ἡ πνευματική ἀπόλαυσις αὐτῶν πού γράφει, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, εἰς τήν Α΄πρώτην πρός ΄΄ Κορινθ. Κεφ.Β΄καί στ.9,,. ΔΗΛΑΔΗ:

Ἐκεῖνα πού ἒχει ἑτοιμάσει ὁ Θεός ἀπό καταβολῆς κόσμου, διά τούς ἀγαπῶντας Αὐτόν εἶναι τέτοια, πού ὀφθαλμός  ἀνθρώπου δέν εἶδε ποτέ, οὖς (αὐτί) δέν ἒχει ἀκούσει, καί ἀνθρώπινος Νοῦς δέν ἒχει φαντασθῆ ποτέ. ( Σχόλιο )       Ἃ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε, καί οὖς οὐκ ἢκουσε, καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη,  ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν.

Διά τοῦτο πάλι, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁμιλεῖ γιά ἐμᾶς τούς Χριστιανούς καί λέγει:΄΄ Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, οἱ πιστοί πού ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό, εἲμεθα ἀντίθετοι, πρός αὐτούς πού εἶναι μακράν τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς ἒχουμε διαφορετικό πολίτευμα ἀπό αὐτούς, ἒχουμε ἂλλα φρονήματα καί διαφορετική ζωή: Οὐ γάρ ἒχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. (Πρός εβρ. Κεφ.13, στ 14).  Διότι ἡ πατρίδα καί τό πολίτευμα τό δικό μας εἶναι στούς Οὐρανούς καί εἶναι ὃμοιο με τῶν Ἀγγέλων καί τῶν Ἁγίων, καί ὃπως αὐτοί - Ἂγγελοι καί  Ἃγιοι σκέπτονται καί πολιτεύονται στόν Οὐρανό, ἒτσι καί ἡμεῖς στήν γῆ. Καί ὃπως ἐκεῖνοι νομοθετοῦνται καί διευθύνονται ἀπό τόν Θεό καί ὑπάρχουν, ἒτσι καί ἐμεῖς.΄΄ Καί ὃταν ὁ Χριστός φανερωθεῖ, ἡ Ζωή ἡμῶν, τότε καί ὑμεῖς σύν αὐτῶ φανερωθήσεσθε ἐν δόξη,,       ( Πρός Κολασαεῖς Κεφ.γ΄, 4 ) τοῦ ’Αποστόλου Παῦλου. ΔΗΛΑΔΗ :  Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί ἒχουμε τόν Σωτήρα μας Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ ὁποῖος θά μεταβάλει καί θά μετασχηματίσει τό σῶμα πού φέρουμε τώρα, καί θά τό κάμη ὃμοιο μέ τό δικό Του, πού εἶναι σῶμα  ΔΟΞΗΣ-ΛΑΜΠΡΟΤΗΤΟΣ - ΚΑΙ  ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ.   

                                       

          Τέλος, ἂλλος τρόπος καί προτροπή ἐκ τῆς Ἀποκαλύψεως, εἶναι τό τοῦ Εὐαγγελιστοῦ   Ἰωάννου     ( ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ Κεφ.Β΄, 10)  ΄΄Γίνου πιστός ἂχρι θανάτου, καί δώσω σοι τόν στέφανον τῆς ζωῆς. Ὁ ἒχων οὖς ἀκουσάτω τί τό Πνεῦμα λέγει ταῖς  Ἐκκλησίαις. Ὁ νικῶν οὐ μή ἀδικηθῆ ἐκ τοῦ θανάτου τοῦ δευτέρου.  Προσπάθησε καί ἀγωνίσου – ΑΔΕΛΦΕ – νά γίνης πιστός μέχρι καί μαρτυρικοῦ ἀκόμη θανάτου διά τήν πίστιν σου καί θά σοῦ δώσω ὡς βραβεῖον τῶν ἀγώνων σου τόν στέφανον τῆς Ζωῆς. Ἐκεῖνος πού ἒχει τά ΨΥΧΙΚΑ του μάτια ἀνοικτά, ἂς ἀκούση τί λέγει τό Πνεῦμα τό  Ἃγιον εἰς τάς Ἐκκλησίας. Ὁ Νικητής εἰς τούς πνευματικούς ἀγῶνας, δέν θά ἀδικηθῆ ἀπό τόν πνευματικόν καί αἰώνιον θάνατον, πού ὡς δεύτερος ἀλλά φοβερώτερος μετά τόν σωματικόν, περιμένει τούς ἁμαρτωλούς. 

          Ὃταν ἡ πίστις μας στηρίζεται καί εἶναι ἀκλόνητος στήν ΑΛΗΘΕΙΑ, πού εἶναι ὁ Χριστός, τότε αὐτή δημιουργεῖ καρπούς σωτηριώδης καί αἰωνίους. Καί οἱ καρποί αὐτῆς τῆς πίστεως εἶναι:

                                              

1ον   Ἡ  Μετάνοια.

       ΄΄Μετανοεῖτε, ἢγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν (Ματθ. Γ΄, 2 ) ΄΄Μετανοήσατε καί ἂς βαπτισθῆ ἓκαστος (ὁ καθένας) εἰς τό ὂνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ διά τήν ἂφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν σας,, ( Πράξεις  Β΄, 37-38 ). Γενικά, ὃποιος μετενόησε ἢ μετανοεῖ, αὐτό τό κάνει ἐπειδή πιστεύει εἰς τόν Χριστόν καί στήν διδασκαλία Αὐτοῦ, ἡ ὁποῖα (διδασκαλία) ἓναν σκοπό ἒχει, πῶς νά καταργήση τήν ἁμαρτία καί νά ἀποκτήση τήν ἀρετήν τῆς  Ἁγιότητος.

2ον  Ἡ  Ἂφεσις τῶν ἁμαρτιῶν.

        Διότι λέγει:      Καί ἡ ἂφεσις τῶν ἁμαρτιῶν διά τῆς πίστεως δίδεται.  Ἒτσι μᾶς βεβαιώνει, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος λέγοντας ὃτι ἐκαθάρισε ὁ Θεός τίς καρδιές τῶν Ἐθνικῶν, τῶν ἀπίστων: ΄΄ Τῆ πίστει, λέγει, καθαρίσας τάς καρδίας αὐτῶν,, ( Πράξεις  ΙΕ΄, 9 ).

3ον   Ἡ  Δικαίωσις.

       Ὃταν ἒχωμεν πίστιν στόν Θεόν, τότε ὁ Θεός μᾶς δικαιώνει καί εἶναι εἰρηνικός μαζί μας, ἐνῶ χωρίς πίστι, οὒτε μᾶς δικαιώνει, οὒτε εἰρήνη ἒχωμεν μέ ΑΥΤΟΝ ( τόν Θεόν) ἓνεκα τῶν ἁμαρτιῶν μας. Διά τοῦτο λέγει, ὁ Παῦλος πρός ( Ρωμαίους Ε΄, 1 ). Δικαιωθέντες ἐκ πίστεως εἰρήνην ἒχομεν πρός τόν Θεόν κ.τ.λ.

 

4ον  Ἡ  Υἱοθεσία.

       Ἀκόμη μέ τήν πίστιν, γινόμαστε τέκνα τοῦ Θεοῦ.      ΄΄  Ὃσοι δέ ἒλαβον Αὐτόν, ἒδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν Τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τό  Ὂνομα Αὐτοῦ ( Ἰωάν. Α΄,12)  καί : ΄΄Πάντες (ὃλοι οἱ Χριστιανοί) υἱοί Θεοῦ ἒστε διά τῆς πίστεως ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ,,.         ( Γαλάτ. Γ΄, 26).

5ον  Ἡ Κληρονομία τῆς αἰωνίου βασιλείας.

       Ὁ Χριστιανός διά τῆς πίστεως γίνεται κληρονόμος τῆς αἰωνίου βασιλείας καί μακαριότητος:  ΄΄Οὓτω γάρ ἠγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμον, ὣστε τόν υἱόν αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἒδωκεν, ἳνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόλυται, ἀλλ΄ἒχει ζωήν αἰώνιον. ( Ἰωάν. Γ΄, 16) καί      ( Ἰωάν. ΣΤ΄, 40 ).  

6ον   Ἡ Αὐταπάρνησις.

       Ἂλλος καρπός τῆς πίστεως εἶναι ἡ αὐταπάρνησις. Ἡ αὐταπάρνησις εἶναι αὐτή, πού ἀποφεύγει καί ἀπαρνεῖται, τήν κοσμική δόξα, τίς κοσμικές ἀπολαύσεις καί ἁμαρτίες, καί προτιμᾶ τήν στέρησιν καί τήν κακουχίαν.  ΄΄ Πίστει, λέγει, Μωσῆς μέγας γενόμενος ( Ἐβρ. ΙΑ΄, 24-25 ) ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱός θυγατρός Φαραώ ….

                              

7ον   Ἡ Τέλεσις θαυμάτων καί υπεράνθρωπων ἒργων.

       Χριστιανοί, μέ τήν χάριν τοῦ Θεοῦ, καί τήν πίστιν ἒκαμαν τέρατα καί σημεῖα, ἀλλά καί ἀναρίθμητα θαύματα, ὃταν ἦτο ἀνάγκη νά γίνουν αὐτά.

8ον   Ἡ  ἀνδρεία,  ἡ ὑπομονή  καί  ἡ  παραμυθία .

       Μέ τήν πίστιν, ἀκόμη ὁ Χριστιανός γίνεται ἀνδρεῖος καρτερικός καί ὑπομονετικός εἰς ὃλες τίς θλίψεις, στενοχώριες, σέ κάθε ἀσθένεια, ἀλλά καί θάνατο ἀκόμη.  Γίνεται νικητής τῶν πειρασμῶν, ὃσον δυνατοί καί ἂν εἶναι ὑπερπηδῶντας κάθε δυσκολία. Μέ τήν πίστιν, ὁ Χριστιανός, εὑρίσκει παρηγοριά καί ἀνακούφιση, σέ λύπες καί στενοχώριες, ἀλλά καί χαρά ἀκόμη, ὃπως μᾶς βεβαιώνουν ἃγιοι ἂνθρωποι τοῦ Θεοῦ.

9ον    Τέλος, ἒχομεν τήν ἐπιτυχία τοῦ προρισμοῦ μας.

        Μέ τήν χάριν καί δύναμιν τῆς πίστεως ὁ Χριστιανός προάγεται καί προοδεύει πνευματικά, καταρτίζεται, τελειοποιεῖται καί γίνεται εὐάρεστος στόν Θεόν, καί ἒτσι καθίσταται (γίνεται ) κληρονόμος τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, διότι: ΄΄ χωρίς δέ, πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι Θεῶ,,. ( Ἐβρ. ΙΑ΄,6 ), λέγει ὁ

                                 

 Ἀπόστολος Παῦλος εἰς τό ἐνδέκατον κεφάλαιον πρός Ἐβραίους.

       Ὁ  Ὁσιώτατος τῆς Οὐρανίου κλίμακος τῶν ἀρετῶν, Ἰωάννης ὁ Σιναϊτης, μᾶς κατακλύει καί τερματίζει  τόν λόγον, διά τόν τελικόν σκοπόν, στόχον καί προορισμόν τοῦ ἀνθρώπου, μέ τά δικά του Ἀσκητικά καί Οὐράνια λόγια του.

΄΄  Ὢ φίλοι καί ἐν Χριστῶ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δέν θά μᾶς παρατηρήσει καί δέν θά μᾶς ἐλέγξη ὁ Κύριος, εἰς τόν καιρόν ἢ τήν ὣραν τοῦ θανάτου μας καί τῆς μελλούσης Κρίσεως, οὒτε θά μᾶς καταδικάσει ἐπειδή δέν κάναμε θαύματα καί ἂλλα σημεῖα, ἢ ἐπειδή δέν σπουδάσαμε Θεολογία καί δέν γίναμε θεολόγοι, ἢ πῶς δέν γίναμε θεωριτικοί καί δέν μάθαμε μεγάλα - βαθιά καί ὑψηλά νοήματα, ἀλλά θέλει μᾶς ἐρωτήσει κατά ἀλήθειαν, καί πρόκειται νά μᾶς τιμωρήσει ἐπειδή δέν θελήσαμε νά ταπεινωθοῦμε καί νά ΚΛΑΥΣΩΜΕ σέ ὃλη μας τήν ζωή, τίς ἁμαρίες μας, καί νά ξεπλήνουμε τήν ψυχήν μας, μέ τά δικά μας δάκρυα, καί νά παύσουμε - νά σταματήσουμε - τίς κακίες μας, καί νά ζητήσουμε πρίν ἀπό τόν θάνατόν μας, τῶν ἁμαρτιμάτων μας τήν συγχώρησιν.   

                    

           ΄΄ Οὐκ ἐγκλησόμεθα ἐν ἐξόδω ψυχῆς, διότι οὐ τεθαυματουργήκαμεν, οὐδ΄ὃτι οὐ τεθεολογήκαμεν, οὐδ΄ὃτι θεωρητικοί οὐ γεγόναμεν, ἀλλά λόγον πάντως δώσωμεν τῶ θεῶ, διότι ἀδιαλείπτως οὐ  πεπενθήκαμεν,,.   Λόγος  Ζ΄ ἒβδομος Περί τοῦ χαροποιοῦ πένθους.                   Κατά τήν ἒκφρασιν, τῆς Ἁγιορειτικῆς νοοτροπίας, μποροῦμε νά ποῦμε, ὃτι: ΄΄ Ὁ σκοπός, ὁ στόχος καί ὁ προορισμός γενικά τοῦ ἀνθρώπου εἶναι, νά σωθῆ ἡ ψυχή του. Διά τοῦτο μποροῦμε νά ἐκφραστοῦμε, λέγοντας:  Ὃτι ἐδῶ στόν κόσμον τοῦτον:΄΄ Ζῶ γιά νά σωθῶ καί νά μήν κολασθῶ,,. Καί γιά ὃλους: ζοῦμε γιά νά σωθοῦμε καί νά μήν κολασθοῦμε.   

        Οἲδαμε δέ ὃτι τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν. ( Ρωμ.Κεφ. η΄(8), 28 ) τοῖς κατά πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν, ὃτι οὓς προέγνω καί προώρισε…κ.τ.λ.    Δηλαδή:                      ΄΄Γνωρίζουμε, ὃτι εἰς ἐκείνους, πού ἀγαποῦν τόν Θεόν ὃλα συνεργοῦν διά τό καλόν τους, εἰς αὐτούς δηλαδή οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μέ τήν προαιώνιον πρόθεσιν τοῦ Θεοῦ ἒχουν κληθῆ καί ἒχουν δεχθῆ τήν σωτηρίαν.  Διότι ἐκείνους, πού μέ τήν παγγνωσίαν Του ἐπρογνώρισεν ὁ Θεός ὡς ἀξίους σωτηρίας, διά τήν καλήν διάθεσιν, αὐτούς καί προώρισε διά νά γίνουν

ὃμοιοι, καί νά ἀποκτήσουν τήν ἲδια ἠθική καί πνευματική μορφή πρός τήν ἁγίαν καί ἒνδοξον εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ Του (Τοῦ Χριστοῦ). Νά ὁμοιάσουν – δηλαδή – αὐτοί πρός τόν χαρακτῆρα, τήν ἁγιότητα, ἀλλά καί τήν ἒνδοξον κατάστασιν τοῦ Χριστοῦ.

Ὃσους δέ ἐπρογνώρισεν ὁ Θεός, ὡς ἀξίους καί ἒταξεν εἰς αὐτούς ἓναν τέτοιον προρισμόν, αὐτούς κατά φυσικήν συνέπειαν ἐκάλεσε διά τοῦ κηρύγματος εἰς τήν πίστιν.  Καί αὐτούς πού ἐκάλεσε καί ἐδέχθηκαν τήν κλῆσιν ( τό κάλεσμα ), τούς ἒκαμε καί δικαίους, αὐτούς δέ πού ἐδικαίωσε, αὐτούς τούς ἒκαμε καί κληρονόμους τῆς αἰωνίου δόξης Αὐτοῦ.  ( Πρός Ρωμαίους  Η΄ (8), 28 καί κατωτέρω ).

 

ΓΕΡΩΝ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ                                                                                                           ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ

  

 

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

ΚΑΛΟ ΤΡΙΩΔΙΟ

Γνωριμία με το Τριώδιο – Τι είναι το Τριώδιο;           

Τό Τριώδιο εναι:                                       

1. να κκλησιαστικό Βιβλίο:
Λειτουργικό βιβλίο τῆς Ἐκκλησίας μας (ὕμνοι, τροπάρια, ἱερά Ἀναγνώσματα) πού καλύπτει τήν πιό κατανυκτική καί σπουδαῖα λειτουργική περίοδο τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.

Ἀρχή: Κυριακή Τελώνου καί Φαρισαίου

Τέλος: Μέγα Σάββατο

Χωρίζεται σέ 3 περιόδους:

α’ 1) Κυριακή Τελώνου καί Φαρισαίου

2) Κυριακή Ἀσώτου

3) Κυριακή Ἀπόκρεω

4) Κυριακή Τυροφάγου

β’ γία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή

(Καθαρά Δευτέρα ἕως Σάββατο Λαζάρου -> 6 ἑβδομάδες -> 5 Κυριακές)

γ’ Μεγάλη βδομάδα Παθῶν καί Ἀναστάσεως

2. Μιά λειτουργική Περίοδος Κατανυκτική καί Πένθιμη:

Τριώδιο εἶναι ἡ Ἐκκλησιαστική περίοδος πού καλύπτεται ἀπ’ τό βιβλίο του Τριωδίου. Εἶναι ἀντίστοιχη μέ ἑορταστική περίοδο ἀρχαίας εἰδωλολατρείας. Φεβρουάριο μέ Μάρτιο οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες γιόρταζαν μέ ὀργιαστικό τρόπο τά Βάκχια (Βάκχος = Θεός τῆς μέθης), τά Διονύσια (Διόνυσος = Θεός τῆς ἀκολασίας), τά Ἀνθεστήρια (γιορτές ἀνοίξεως πού συμβόλιζαν τή γονιμοποίηση καί ἀναγέννηση τῆς φύσεως).

Οἱ ἄνθρωποι θεοποίησαν τά κατώτερα πάθη γιά νά τά ἱκανοποιοῦν ἐλεύθερα. Αὐτό πού ἔκαναν οἱ εἰδωλολάτρες ὅμως δέν ταιριάζει σέ βαπτισμένους Χριστιανούς. Εἶναι ἀσέβεια πού μπορεῖ νά μᾶς ὁδηγήσει σέ λάθη σοβαρά.

Τό Τριώδιο δέ σημαίνει ἁμαρτωλή μέθη, μάσκες, καρναβάλι, προσωπίδες ὥστε κάτω ἀπ’ αὐτές κρυμμένοι βαπτισμένοι ἄνθρωποι νά κάνουν ὄ,τι δέν τολμοῦν νά πράττουν μέ φανερό τό πρόσωπο: «οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καί τραπέζης δαιμονίων» (Α’ Κορ. ι’ 21).

 

3. νας τρόπος ζως πού μς φέρνει πιό κοντά στόν Θεό:

Γιά τόν ἄνθρωπο πού πιστεύει στόν Θεό, Τριώδιο σημαίνει:

Ἀγώνας μέ χαρά γιά νά γίνω καλύτερος.

Ἀγώνας μέ συγκεκριμένο στόχο, γιά νά ξεπεράσω ἕνα ἐλάττωμά μου φέτος.

Ἀγώνας μέ πίστη στήν Πατρική Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνος θά μοῦ δώσει δύναμη νά ξεπεράσω τίς προσκλήσεις τοῦ κόσμου γιά νά μείνει καθαρή ἡ ψυχή.

Τώρα στό Τριώδιο ζῶ περισσότερο ὅπως θέλει ὁ Θεός (προσεύχομαι, ἐκκλησιάζομαι, δείχνω ἀγάπη, εἶμαι ἀληθινός).

Μεγάλη Τεσσαρακοστή καί κατ’ πέκταση τό Τριώδιο,στό ποο νήκει, νομάζεται «Στάδιο τν ρετν»! Σάν λλοι θλητές μπαίνουμε στό στίβο γιά νά κερδίσουμε παθλα στόν γώνα τς ρετς! Καλό Στάδιο!

Γνωριμία με το Τριώδιο

Καλύπτει μία μεγάλη, πένθιμη και κατανυκτική περίοδο της εκκλησιαστικής μας ζωής. Αρχίζει από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου (Α’ Κυριακή του Τριωδίου) και τελειώνει το Μέγα Σάββατο. Το καθαυτό Τριώδιο περιλαμβάνει 4 Κυριακές: του Τελώνου και Φαρισαίου, του Ασώτου, της Απόκρεω και της Τυρινής. Αυτή η πρώτη περίοδος μας προετοιμάζει για την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
Η ταπείνωση του Τελώνη, σε αντίθεση με την υπεροψία του Φαρισαίου, γίνεται αρχή του Τριωδίου. Υψώνει, δικαιώνει και χαριτώνει τον άνθρωπο. Τον καθιστά ευλογημένο και αγαπητό στον Θεό και στους ανθρώπους.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
Η συγκινητικότατη αυτή παραβολή μας καλεί όλους σε μετάνοια κι επιστροφή. Ας αποφύγουμε την ανταρσία του ασώτου και την αλαζονεία του μεγαλυτέρου αδελφού. Ας μιμηθούμε τη μετάνοια του πρώτου, γιατί μόνο αυτή θα μας σώσει.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
Αυτή η Κυριακή θα έπρεπε να ονομάζεται της Κρίσεως, από το Ευαγγέλιο που έχει ως θέμα τη Β’ Παρουσία του Χριστού και τη μέλλουσα κρίση. Όλα θα φανερωθούν και θα κριθούν την ημέρα εκείνη. Ο αμερόληπτος Κριτής θ’ αποφασίσει δίκαια κι αντικειμενικά. Απ’ τη μια οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, που θα καταδικαστούν αιώνια κι απ’ την άλλη οι δίκαιοι, που θ’ απολαμβάνουν  για πάντα την επουράνια Βασιλεία.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ
Το θέμα αυτής της Κυριακής είναι η έξωση του Αδάμ απ’ τον Παράδεισο. Βρισκόμαστε στα πρόθυρα της νηστείας και γι’ αυτό θυμόμαστε την πρώτη παράβαση των πρωτοπλάστων, που κατέλυσαν τη νηστεία. Έτσι, η τήρηση αυτής της εντολή του Θεού είναι μέσο βοηθητικό για εντατικότερο πνευματικό αγώνα.

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Περίοδος νηστείας, συντριβής και πνευματικής περισυλλογής. Αρχίζει από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι το Μέγα Σάββατο. Περιλαμβάνει 6 Κυριακές: της Ορθοδοξίας, του Αγ. Γρηγορίου Παλαμά, της Σταυροπροσκυνήσεως, του Αγ. Ιωάννη της Κλίμακος, της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας και των Βαΐων.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Μετά το τέλος της Καθαράς Εβδομάδας, που επιδιώκουμε την ολοκληρωτική κάθαρση των ψυχών και των σωμάτων μας, είναι η Α’ Κυριακή των Νηστειών, όπου εορτάζουμε τη νίκη της Ορθοδοξίας μας.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
Μετά την εορτή της Ορθοδοξίας, η αγία μας Εκκλησία όρισε να τιμάται ένας μεγάλος αγωνιστής, ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, που υπήρξε Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης και κατατρόπωσε τους αιρετικούς.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ
Στο μέσο της Αγίας Τεσσαρακοστής προβάλλεται ο Τίμιος και Ζωοποιός Σταυρός του Κυρίου για προσκύνηση, διδαχή και ενίσχυση των πιστών. Το Τίμιο Ξύλο γίνεται πηγή ζωής και αφθαρσίας, χάριτος και ευλογίας.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ
Αυτή η Κυριακή είναι αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη, τον συγγραφέα της «Κλίμακος», ένα βιβλίο, με το οποίο ζητεί ν’ ανεβάσει τον Χριστιανό από τις μικρότερες και απλούστερες στις μεγαλύτερες και τελειότερες αρετές, σαν ν’ ανεβαίνει κανείς μία σκάλα από τη γη στον ουρανό.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΣ. ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ
Στο τέλος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, καθώς πλησιάζουμε περισσότερο προς τη Μεγάλη Εβδομάδα, εορτάζουμε την Οσία Μαρία την Αιγυπτία, επειδή υπήρξε υπόδειγμα αληθινής και έμπρακτης μετάνοιας.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
Πανηγυρική και χαρμόσυνη μέρα, ἀφού εορτάζεται η ταπεινή, ἀλλά και θριαμβευτική είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Ακολούθως, εισερχόμαστε στην Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών του Κυρίου, που καταλήγει στην ένδοξη Ανάσταση την Κυριακή του Πάσχα.

πηγή: https://antexoume.wordpress.com

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΘΕΟΦΑΝΕΙΩΝ

                Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός συνδέεται στενότατα μέ τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων καί ὑπενθυμίζει ἔντονα τό Βάπτισμα τοῦ Κυρίου.
                Ψάλλεται ἀμέσως μετά τήν ὀπισθάμβωνο εὐχή τῆς θείας Λειτουργίας καί σχεδόν ἀποτελεῖ μία ἑνιαία ἀκολουθία μέ τή θεία Λειτουργία, ἐφόσον ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ δέν ἀρχίζει μέ τό «Εὐλογητός», ἀλλά συνάπτεται μέ τή θ. Λειτουργία καί τελειώνουν μαζί μόνο μέ κοινή ἀπόλυση.
                ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ τῶν Θεοφανείων τελεῖται σύμφωνα μέ τήν ὑπάρχουσα τυπική διάταξη δύο φορές τό χρόνο:
α) Τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς, μετά τό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Μ. Βασιλείου.
β) Τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, μετά τό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
                Σύμφωνα μέ τήν ἀρχαία τάξη τῆς Ἐκκλησίας μας τό ἀπόγευμα τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων ψάλλονταν μία ἀκολουθία, σάν εἶδος ἀγρυπνίας, πού λεγόταν «Παννυχίδα». Ἀμέσως μετά ψαλλόταν ἡ ἀκολουθία τοῦ ῎Ορθρου καί κατόπιν ἐτελεῖτο ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός, σέ ἀνάμνηση τοῦ Βαπτίσματος τοῦ Κυρίου. Στή συνέχεια βαπτίζονταν οἱ Κατηχούμενοι. Ἀκολουθοῦσε ἡ θεία Λειτουργία, στήν ὁποία παρευρίσκονταν καί οἱ νεοφώτιστοι, γιʼ αὐτό καί μέχρι σήμερα ψάλλεται ἀντί τοῦ «῞Αγιος Θεός...» τό «῞Οσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε...».
                Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός, λοιπόν, μέχρι τόν Ε΄ αἰώνα γινόταν σέ ἀνάμνηση τοῦ βαπτίσματος τοῦ Κυρίου, μόνο μία φορά στήν «Παννυχίδα» τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων σάν εἶδος ἀγρυπνίας, ἀμέσως μετά τήν ἀκολουθία τοῦ ῎Ορθρου. Ἀντλοῦσαν οἱ πιστοί ὕδωρ, ἔπιναν καί ραντίζονταν. Στή συνέχεια βαπτίζονταν καί οἱ Κατηχούμενοι.
Γιά δεύτερη φορά, ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός, γινόταν μόνο στά Ἱεροσόλυμα τό πρωί τῆς κυριώνυμης ἡμέρας, τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων, στόν Ἰορδάνη ποταμό μέ τήν παρουσία τοῦ Πατριάρχη καί σέ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος τῆς Βαπτίσεως τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ πατριάρχης Ἀντιοχείας Πέτρος ὁ Γναφεύς (465-475) πρῶτος σκέφθηκε καί καθιέρωσε, γιά νά διευκολύνει τούς χριστιανούς, νά τελεῖται ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός ἐκτός ἀπό τήν «Παννυχίδα» τῆς ἑορτῆς καί τό ἑσπέρας τῆς παραμονῆς.
                Ἡ διπλή τέλεση τῆς ἀκολουθίας προέκυψε ἀπό λόγους καθαρά πρακτικούς, δηλαδή, γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν πιστῶν. Τό πόσο ἦταν ἀναγκαία καί ἐπιβεβλημένη αὐτή ἡ προσθήκη, φάνηκε ἀπό τό γεγονός ὅτι ἐπικράτησε πολύ γρήγορα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Στήν ἀρχή ὑπῆρχαν μερικές διαφορές ὡς πρός τή μορφή τῶν δύο αὐτῶν ἀκολουθιῶν, στή συνέχεια ὅμως ἡ μία ἐπηρέασε τήν ἄλλη καί τελικά ταυτίσθηκαν. Συνέβηκε μέ τόν Μεγάλο Ἁγιασμό ὅ,τι ἀκριβῶς γίνεται στήν ἐποχή μας μέ τίς δύο Λειτουργίες, πού τελοῦνται στούς Ναούς τῶν μεγάλων Ἐνοριῶν τήν δͅια μέρα, γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν ἀναγκῶν τῶν πιστῶν.
Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας πάντοτε περιέβαλε τόν Μεγάλο Ἁγιασμό μέ ἰδιαίτερη εὐλάβεια, λόγω τῆς ἰδιαίτερης ἱερότητας πού παρουσιάζει ἡ τέλεσή του, ἀλλά καί γιατί τελεῖται σέ ἀνάμνηση τῆς Βαπτίσεως τοῦ Κυρίου μας.
Γεγονός εἶναι ὅτι δέν τόν κατατάσσει μεταξύ τῶν ἑπτά μυστηρίων, ἀλλά ἡ σχέση του μέ τήν εὐλογία τοῦ ὕδατος τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος τόν καθιστᾶ ἰσότιμο πρός αὐτό, γιʼ αὐτό καί Μεγάλος Ἁγιασμός θεωρεῖται «δεύτερον τῆς ἁγίας Κοινωνίας». (Κώδικας Σινᾶ 978) Ὁ χαρακτηρισμός αὐτός προέκυψε ἀπό τή συνήθεια νά παίρνουν Μεγάλο Ἁγιασμό ὅσοι ἀπό τούς πιστούς ἔχουν κάποιο κώλυμα γιά τή θεία Κοινωνία, ὥστε νά μήν στεροῦνται τήν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐδῶ ὅμως φαίνεται καί ἡ διαφορά πού ὑπάρχει μεταξύ θείας Κοινωνίας καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ. Χρειάζεται προσοχή, γιατί ὑπάρχει ἡ περίπτωση ἀπό λανθασμένες ἀντιλήψεις οἱ χριστιανοί νά προτιμοῦν τόν Μεγάλο Ἁγιασμό καί νά μή φροντίζουν νά γίνουν ἄξιοι τῆς θείας Κοινωνίας.
                Δυστυχῶς ὅμως ὁ ὑπερβολικός αὐτός τονισμός τῆς ἱερότητας τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ ὁδήγησε, ἀπό εὐλάβεια βέβαια, σέ ὁρισμένες ὑπερβολές, μερικές ἀπό τίς ὁποῖες ἀναφέρονται καί στίς ἐρωτήσεις πού ἀκολουθοῦν:

1.Ὑπάρχει διαφορά μεταξύ τῶν δύο Ἁγιασμῶν,δηλ. τῆς παραμονῆς καί τῆς ἡμέρας τῶν Φώτων;

                ῞Οπως ἀναφέραμε καί παραπάνω ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ τῶν Θεοφανείων, σύμφωνα μέ τή σημερινή τυπική διάταξη, τελεῖται δύο φορές, τήν παραμονή τῆς ἑορτῆς μετά τό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων μετά τό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου.
                Καί στίς δύο περιπτώσεις τελεῖται ἡ δͅια ἀκριβῶς ἀκολουθία, μέ μοναδική διαφορά ὅτι ὁ «Πρόλογος» τῆς μεγάλης καθαγιαστικῆς εὐχῆς, δηλαδή ἀπό τό «Τριάς ὑπερούσιε...» μέχρι τό «συνεχόμενος φόβÿω ἐν κατανύξει βοῶ σοι», ἀναγινώσκεται κατά τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, ἐνῶ κατά τήν παραμονή ἡ εὐχή ἀρχίζει ἀπό τό «Μέγας εἶ, Κύριε...».
Ὁ «Πρόλογος» αὐτός δέν εἶναι κἄν εὐχή, ἀλλά πανηγυρικό ἐγκώμιο τῆς ἑορτῆς, πού πῆρε τή σημερινή μορφή μετά ἀπό πολλές τροποποιήσεις καί προ
σθαφαιρέσεις καί ὁ ὁποῖος ἀρχικά λεγόταν μόνο κατά τήν παραμονή, τελικά δέ, πολύ σωστά, ἐπικράτησε νά λέγεται μόνο κατά τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς. Ἡ προσθήκη τοῦ ἐγκωμίου αὐτοῦ κάνει μέν πανηγυρικότερη τήν ἀκολουθία, ἀλλά δέν ἀλλοιώνει τήν οὐσία της.
Ἱστορικά καί λειτουργικά οἱ δύο αὐτές ἀκολουθίες εἶναι μία καί ἡ αὐτή, καί ἐπινοήθηκε ἤδη ἀπό τόν Ε΄ αἰῶνα γιά νά ἐπαναλαμβάνεται καί κατά τήν παραμονή, προκειμένου νά ἐξυπηρετοῦνται οἱ πιστοί.
Ἡ διάκριση πού κάνουν μερικοί ἀνάμεσα στούς δύο ἁγιασμούς εἶναι ἀποτυχημένη καί ἀδικαιολόγητη.

2. Ἐπιτρέπεται οἱ χριστιανοί νά πίνουν τόν Μεγάλο Ἁγιασμό κατά τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων ἤ μόνο νά ἁγιάζουν τά σπίτια καί  τά κτήματά τους;

                Ἐφόσον ἀφʼ ἑνός μέν ἱστορικά καί λειτουργικά ἐπικράτησε ἀπό τόν Ε΄ αἰώνα νά ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ καί κατά τήν παραμονή πρός ἐξυπηρέτηση τῶν πιστῶν, ἀφʼ ἑτέρου δέ, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει καμμία διαφορά μεταξύ τῶν δύο Ἁγιασμῶν - εἶναι ἀκριβῶς οἱ ἴδιοι - ὁπωσδήποτε μποροῦν οἱ πιστοί νά πίνουν καί ἀπό τόν Ἁγιασμό τῆς παραμονῆς.
Αὐτό ἀποδεικνύεται καί ἀπό τίς δύο χαρακτηριστικές αἰτήσεις πού ὑπάρχουν στά εἰδικά «Εἰρηνικά» τῆς ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ.
α) «Ὑπέρ τοῦ γενέσθαι αὐτό (τό ὕδωρ) καθάρσιον ψυχῶν καί σωμάτων πᾶσι τοῖς χριομένοις ἐξ αὐτοῦ καί μεταλαμβάνουσιν...».
β) «Ὑπέρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς ἐμπλησθῆναι ἁγιασμοῦ διά τῆς τῶν ὑδάτων τούτων μεταλήψεως τῇ ἀοράτῳ ἐπιφανείᾳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος...».
                Ἐπίσης στήν καθαγιαστική εὐχή «Μέγας εἶ, Κύριε...» διαβάζουμε: «῞Ινα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό πρός καθαρισμόν ψυχῶν καί σωμάτων...». καί παρακάτω· «Δός πᾶσι τοῖς τε ἁπτομένοις, τοῖς τε χριομένοις, τοῖς τε μεταλαμβάνουσι τόν ἁγιασμόν, τήν εὐλογίαν, τήν κάθαρσιν, τήν ὑγείαν...».
Στήν εὐχή τῆς κεφαλοκλισίας «Κλῖνον, Κύριε, τό οὖς σου...» ὑπάρχει μία παρόμοια φράση: «... καί καταξίωσον ἡμᾶς ἐμπλησθῆναι τοῦ ἁγιασμοῦ σου διά τῆς τοῦ ὕδατος τούτου μεταλήψεώς τε καί ῥαντισμοῦ...». 
                 Ισως ὅμως κάποιος θά μποροῦσε νά προβάλλει τήν ἀντίρρηση, ὅτι οἱ εὐχές δέν μιλοῦν γιά τή μετάληψη τοῦ Ἁγιασμοῦ τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων, ἀλλά γιά τόν Ἁγιασμό τῆς ἡμέρας τῶν Θεοφανείων, ἐφόσον ἄλλωστε προηγεῖται καί ἡ νηστεία.

Τό ἐρώτημα, λοιπόν, εἶναι: Πρέπει νά νηστεύουμε πρό τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ;

                Ἡ νηστεία τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τόν Μεγάλο Ἁγιασμό, δηλαδή δέν νηστεύουμε γιά νά πιοῦμε Μεγάλο Ἁγιασμό, ἀλλά ἡ νηστεία μᾶς προετοιμάζει γιά τή Θεία Κοινωνία καί τή μεγάλη ἑορτή πού περιμένουμε, τά Θεοφάνεια.
                Τά Χριστούγεννα καί τά Θεοφάνεια μέχρι τόν Δ΄ αἰῶνα στήν Ἀνατολή, συνεορτάζονταν ὡς μία ἑορτή μέ τό ὄνομα «Ἐπιφάνεια» στίς 6 Ἰανουαρίου. Γιά πρώτη φορά γύρω στό 330 γιορτάστηκε στή Ρώμη ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων χωριστά ἀπό τήν ἑορτή τῶν Ἐπιφανείων. Μέσα σέ λίγα χρόνια καθιερώθηκε πλέον τά μέν Χριστούγεννα νά γιορτάζονται στίς 25 Δεκεμβρίου τά δέ Θεοφάνεια στίς 6 Ἰανουαρίου.
Ἐνῶ δηλαδή χώρισε ὁ κοινός τους ἑορτασμός, παρέμεινε κοινή μόνο ἡ νηστεία. Ἐπειδή ὅμως γιά δώδεκα ἡμέρες μετά τά Χριστούγεννα ἔχουμε κατάλυση σέ ὅλα, ὡς ἡμέρα νηστείας παρέμεινε μόνο ἡ παραμονή τῶν Θεοφανείων.
Ἀκόμα δέ, τό ὅτι νηστεύουμε γιά τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων καί ὄχι γιά νά πιοῦμε τό Μεγάλο Ἁγιασμό, φαίνεται καί ἀπό τό γεγονός, ὅτι ἄν ἡ παραμονή τῶν Θεοφανείων συμπέσει ἡμέρα Σάββατο ἤ Κυριακή, καταλύουμε λάδι.

                Σάν συμπέρασμα μποροῦμε νά ποῦμε, ὅτι ἐπιτρέπεται νά πιοῦμε Μεγάλο Ἁγιασμό καί τήν παραμονή καί τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, μέ τήν προϋπόθεση ὅτι προηγεῖται ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός καί ἀκολουθεῖ τό Ἀντίδωρο.

                Γιά τήν προτεραιότητα τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ ἔναντι τοῦ ἀντιδώρου ἔχουμε, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί ἀπόκριση τοῦ Πατριάρχου Γενναδίου τοῦ Σχολαρίου πρός τόν δεσπότη Σερβίας Γεώργιο ὅτι «τό Ἁγίασμα τῶν ἁγίων Θεοφανείων λαμβάνεται πρό τοῦ Ἀντιδώρου».
Θά ἀναφέρουμε καί ἕνα ἀκόμα στοιχεῖο ἀπό τή σύγχρονη πράξη τῶν μονῶν τοῦ Ἁγίου ῎Ορους. Οἱ μοναχοί στό ῞Αγιο ῎Ορος πίνουν Μεγάλο Ἁγιασμό ὄχι μόνο τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων, ἀλλά καί ὅλο τό ὀκταήμερο μέχρι τῆς ἀποδόσεως τῆς ἑορτῆς.

3. Κατά τήν ἡμέρα τῶν Φώτων οἱ χριστιανοί μποροῦν νά πίνουν, νηστικοί βέβαια, τόν Μεγάλο Ἁγιασμό τῆς παραμονῆς καί κατόπιν νά πηγαίνουν στήν Ἐκκλησία;

                Σύμφωνα μέ τή λειτουργική τάξη τῆς Ἐκκλησίας μας θά πρέπει οἱ χριστιανοί κατά τήν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων νά ἑτοιμάζονται γιά νά κοινωνήσουν κατά τή θεία Λειτουργία καί μετά νά πίνουν τόν Μεγάλο Ἁγιασμό, πού ψάλλεται τήν ἡμέρα ἐκείνη.
Ὅσοι δέν ἔχουν λόγους ὑγείας, καλόν εἶναι νά περιμένουν νά τελειώσει ἡ θεία Λειτουργία καί στό τέλος νά πιοῦν νηστικοί, πρό τοῦ Ἀντιδώρου, τόν Μεγάλο Ἁγιασμό.
Ἐκεῖνοι πού ἔχουν λόγους ὑγείας καί δέν ἔχουν τήν δυνατότητα νά περιμένουν μέχρι νά τελειώσει ἡ θεία Λειτουργία, θά μποροῦσαν νά πιοῦν Μεγάλο Ἁγιασμό, νηστικοί, πρό τῆς θείας Λειτουργίας, ἀπό τόν Μεγάλο Ἁγιασμό τῆς παραμονῆς.

4. Πολλοί χριστιανοί φυλάγουν τόν Μεγάλο Ἁγιασμό στά σπίτια τους ἤ μετά ἀπό ἀρκετό καιρό τόν ἐπιστρέφουν στήν Ἐκκλησία. Εἶναι σωστό αὐτό;

                Δέν εἶναι ἁμαρτία νά φυλάγεται ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός στά σπίτια τῶν χριστιανῶν. Εἶναι μία συνήθεια ἀρχαιότατη. Ἐφόσον ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἀναλάβει τήν ὑποχρέωση νά διατηρεῖ καθʼ ὅλο τό ἔτος Μεγάλο Ἁγιασμό, εὔκολα κάθε χριστιανός μπορεῖ νά τόν προμηθευτεῖ, ἀποφεύγοντας νά τόν διατηρεῖ στό σπίτι του.
Προκειμένου νά κρατήσουμε τή σημερινή εὐλαβή συνήθεια καλόν θά εἶναι οἱ χριστιανοί κατά τήν ἡμέραν τῶν Θεοφανείων νά πίνουν ἤ νά ραντίζουν τό σπίτι τους ἤ τά κτήματά τους χωρίς νά κρατοῦν τό ὑπόλοιπο. ῎Αλλωστε αὐτό τονίζει καί ὁ Σιναϊτικός κώδικας 978, ὅτι τίς ὑπόλοιπες ἡμέρες «οὐ ῥίπτεται τό σύνολον».

      

   

 

 

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΗΜΕΡΑ

                                             

Αποτέλεσμα εικόνας για ελλας ορθοδοξια εικονες

             Ὅταν ο σύγχρονος χριστιανός μιλάει για τόν Θεό, ἐννοεῖ, λίγο πολύ, κάτι πού βρίσκεται πέρα μακριά στόν οὐρανό, ἄγνωστο, ἀκατανόητο, φοβερό, ἀπλησίαστο, πού ἁπλά τό ἀποδέχεται, χρήσιμο γιά ὥρα ἀνάγκης, μερικές φορές τοῦ ἀποδίδει μαγικές ἰδιότητες καί συχνά ἐπαναλαμβάνει τό ἀνορθόδοξο «πίστευε καί μή ἐρεύνα».

Κατά τ’ ἄλλα, αὐτή ἡ πίστη στόν Θεό δέν ἐπιφέρει οὐσιαστική ἀλλαγή στήν ζωή τοῦ χριστιανοῦ. Μπορεῖ νά ἐκκλησιάζεται μερικές Κυριακές, νά ἔχῃ στήν βιβλιοθήκη του σύγχρονα πνευματικά βιβλία, παλιές εἰκόνες στο σαλόνι, κάποιο κομποσχοίνι στό χέρι, νά δίνῃ καί λίγη ἐλεημοσύνη.

Ὅμως, παραμένει ἀνυπόμονος στό ὅτι οἱ ἄλλοι δέν εἶναι ὅπως τούς θέλει, μίζερος γιά τά χρήματα, βυθισμένος στόν ἀτομισμό, στήν καλοπέραση, στό ἄγχος, στόν ἀνταγωνισμό.

Αὐτό, ὅμως, δέν εἶναι ζωή ἐν Χριστῷ· μυρίζει θάνατο. Σέ τί διαφέρει ὁ χριστιανός σήμερα ἀπό τόν ὑπόλοιπο κόσμο; Ὅταν δέν ἔχει μακροθυμία, πραότητα, χαρά, ἁπλότητα καί κυρίως ταπείνωση, σημαίνει ὅτι δέν ἔχει νοιώσει τίποτε ἀπό τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Ζωή πού ἀνακαινίζει, μεταμορφώνει καί ὡραιοποιεῖ τόν ἄνθρωπο καί μέσα ἀπό τίς καθημερινές δυσκολίες.

Ὁ χριστιανός, πρῶτα πρῶτα, καλεῖται νά σκύψῃ καί νά ἀκούσῃ τήν φωνή τοῦ Εὐαγγελίου, πού τόν καλεῖ σέ μία συνεχῆ διακινδύνευση τῆς αὐτάρκειας πού τόν διακατέχει, τοῦ πονηροῦ λογισμοῦ ἐκείνου πού τόν κινεῖ νά λέῃ: «Ἐμεῖς, δόξα τῷ Θεῷ, δέν κάνουμε τά φοβερά καί αἰσχρά πού βλέπουμε καθημερινά στήν τηλεόραση. Ἡ σκέψη αὐτή εἶναι μᾶλλον δαιμονοκίνητη καί ὁ ἐφησυχασμός πού δίνει ἀσφαλῶς δέν εἶναι καθόλου ἀγαθός.

Δέν θά δώσουμε λόγο στόν Θεό μόνο γιατί δέν πράξαμε τό κακό, ἀλλά καί γιατί δέν πράξαμε τό καλό, δέν ἀγαπήσαμε τρυφερά τήν ἀρετή.

Ἔχουμε μιά μαγική ἀντίληψη περί Ἐκκλησίας ἐμεῖς οἱ χριστιανοί σήμερα. Λέμε: «Ἄν ἔλθῃς στήν Ἐκκλησία, οἱ δουλειές σου θά πᾶνε καλά». Μά ὑπάρχουν χριστιανοί πιστοί πού εἶναι ἄνεργοι, νέοι ἐπιστήμονες ἀδιόριστοι, ἔμποροι πτωχεύσαντες. Λέμε: «Ἄν δέν ἔλθῃς στήν Ἐκκλησία, θά καταστραφεῖς». Μά ὁ Χριστός δέν πίεσε ἐρχόμενος καμμία συνείδηση.

Δέν ἔχουμε τό δικαίωμα νά ἀπειλοῦμε, νά φοβερίζουμε τόν κόσμο, παιανίζοντας μάλιστα ἕναν σκοπό πού μιλᾷ γιά ἕναν Θεό ἀνύπαρκτο, ἕναν Θεό, δηλαδή, τιμωρό, ἐκδικητή, τρομοκράτη, φθονερό, ἀντίδικο. Ἕναν Θεό πού μοιράζει καλές θέσεις ἐργασίας, παχυλούς μισθούς, ὑψηλές συντάξεις, ἐπιδόματα, εὐζωΐα, μακροζωΐα καί λοιπά.

Μοιάζουμε μέ διαφημιστές νέων προϊόντων ὀμορφιᾶς ἤ συνηγόρους τοῦ ἀδικημένου Θεοῦ. Δέν ἔχουμε νοιώσει ἀκόμη ἐμεῖς οἱ χριστιανοί τοῦ δύστροπου εἰκοστοῦ αἰῶνος ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστός πού σώζει καί δέν σώζεται ἀπό κανέναν μας.

Ὁ Χριστός εἶπε, ἄν θέλουμε ἀπό τήν καρδιά μας τήν τελειότητα, ἄς τόν ἀκολουθήσουμε. Οἱ σημερινοί χριστιανοί γίνονται εἰσαγγελεῖς, βασιλικότεροι τοῦ βασιλέως, μέ ζῆλο ἀνεπίγνωστο, μέ σπουδή ἀδιάκριτη, μέ νόθο ἱεραποστολισμό.

Μά, ἀγαπητοί μου, ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν ἄρρωστοι, φτωχοί οἱ πιό πολλοί, συχνά κυνηγημένοι, ἀνήμποροι, καταφρονεμένοι, δέν τούς ἔπιανε τό μάτι σου. Ὁ Χριστός ἐδοξάσθη στόν Γολγοθά. Ὁ πόνος εἶναι συνοδοιπόρος μας στήν ζωή. Τό σύμβολο τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι ὁ Σταυρός. Δέν ἐπιτρέπεται ἡ παραπληροφόρηση.

Στήν Ἐκκλησία μέσα συνεχίζεται, ἐνυπάρχει ὁ πόνος, ἀλλά ἔχει νόημα, ἔχει διέξοδο, ὁδηγεῖ σέ ἀνάσταση. Δέν ἔχουμε τό δικαίωμα, ὡς ὁρισμένοι ὑποψήφιοι πολιτικοί, νά ξεγελᾶμε τόν λαό, ὑποσχόμενοι ἐπιγείους παραδείσους. Ὁ Χριστός εἶπε ὅτι θά ἔχουμε στόν κόσμο αὐτόν θλίψη. Δέν μακαρίζει ὅσους χασομεροῦν στά γέλια.

Ἐπιθυμοῦμε καί δημιουργοῦμε ἕναν νεοχριστιανισμό στά μέτρα μας, στίς ἀνάγκες μας, ἄκοπο, ἄμοχθο, πρόχειρο, εὔκολο, δίχως κανένα κόστος, ἀντιασκητικό, τελικά ἀντιευαγγελικό.

Σέ αὐτή τήν προοπτική, ἡ Θεία Λειτουργία στόν ναό εἶναι μιά ἁπλή ἀκρόαση τῶν λεγομένων, μία θέαση τῶν τελουμένων πού θά μπορῇς νά τήν παρακολουθῇς πιό ἥσυχα καί ἀπό τήν πολυθρόνα σου στό σπίτι ἀπό τήν τηλεόραση ἤ τό ραδιόφωνο στό αὐτοκίνητο. Δέν εἶναι θυσία, συμμετοχή, ἐγρήγορση, ἐπί τῷ αὐτῷ πάντων τῶν ἀδελφῶν συγκοινωνούντων καί θερμά δεομένων.

Ἄν δέν γνωρίσουμε τό φῶς τῆς χάριτος, λέμε ὅτι εἴμαστε καλά καί στό ἡμίφως. Στό φῶς ἀποκαλύπτεται ἡ πραγματικότητά μας. Μέσα στό φῶς θ’ ἀποκαλυφθῇ ἡ Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι αὐτό πού φανταζόμαστε, πού νομίζουμε, πού θά θέλαμε νά εἶναι.

Ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά μητρική ἀγκάλη, πού ὅλους θέλει νά σώσῃ, ἄν θελήσουν νά σωθοῦν. Δέν εἶναι θεσμός, δέν εἶναι ἰδεολογία, δέν εἶναι παράταξη, δέν εἶναι σύστημα, δέν εἶναι μέρος. Ἡ Ἐκκλησία δέν δικάζει, δέν τιμωρεῖ, δέν ψάχνει γιά ὀπαδούς, δέν μετασχηματίζεται, δέν διαιρεῖ, δέν κουράζεται, δέν ξεκουράζεται, δέν ἀνησυχεῖ νά πείσει ἀποστομωτικά, νά ὑποδουλώσει καί νά κατατροπώσει κανέναν καί ποτέ. Προσέξτε το, παρακαλῶ.

Οἱ χριστιανοί σήμερα πρέπει νά γίνουμε οἱ ἄνθρωποι τῶν καθαρῶν βιωμάτων, νά μιλᾷ πιό βροντερά ἡ ζωή μας ἀπό τά πολλά λόγια μας, νά μήν ἀπαιτοῦμε μέ προπέτεια τό θαῦμα, νά μή βιαζόμαστε στήν προσευχή, ν’ ἀκοῦμε καί τόν ἄλλο, ὅποιος κι ἄν εἶναι, νά ὑπομένουμε τήν ἀντίδραση, τήν ἀντίσταση τοῦ ἄλλου, νά συνεργασθοῦμε μέ τόν Θεό.

Ἐμεῖς θά τοῦ δώσουμε τόν ἑκούσιο κόπο μας, τήν ἄσκηση, κι Ἐκεῖνος τήν χάρη Του καί τό ἔλεός Του, ἀφοῦ πάντοτε ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συνεργεία Θείας Χάριτος καί ἀνθρώπινης ἐνέργειας. Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατ’ εἰκόνα Θεοῦ κι ὁ σκοπός τῆς δημιουργίας του εἶναι ἡ θέωση.

Ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου, τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἁγιάζουν τόν ἀγωνιζόμενο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος καθαριζόμενος φωτίζεται καί θεώνεται. Αὐτή εἶναι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία, ἡ ἀνθρωπολογία, ἡ ἐκκλησιολογία καί ἡ ἀσκητική τῆς Ἐκκλησίας μας. Μήν ψάχνουμε γιά ἄλλες ἀτραπούς, ὅταν μία εἶναι ἡ ὁδός τῆς σωτηρίας, τῆς θεώσεως, τῆς τελειότητος.                            

                              ΓΕΡΩΝ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

ΣΤΩΜΕΝ ΚΑΛΩΣ


Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ(π. Αυγουστίνος Καντιώτης) 

«…Στα χρόνια αυτά που ζοῦμε, αδέρφια μου, «στώμεν καλώς»! Μέσα στη γενεά μας αυτή, γενεά Σοδόμων και Γομόρρας, γενεά απίστων και διεφθαρμένων ανθρώπων, γενεά πονηρά και διεστραμμένη απ᾿ άκρου εις άκρο, «στώμεν καλώς»! Σάν στρατιώτης που κρατάει τη σημαία του Χριστού, ας σταθούμε καλώς! Κι αν ακόμα μείνεις ένας, αδελφέ μου, μην απογοητευθείς. Κι αν ακόμα όλη η πόλις ή το χωριό σου, αρνηθούν το Χριστό, συ μην τον αρνηθείς. Κι αν ακόμη πάνω στο κάθε σπίτι υψωθεί η παντιέρα του διαβόλου, στο δικό σου το σπίτι να μην υψωθεί. Ένας να μείνεις, πίστευε στο Θεό! Γιατί μπορεί να είναι ψέματα τα άστρα, ψέματα ο ήλιος, ψέματα ο κόσμος, ψέματα και οι βασιλιάδες, ψέματα τα παλάτια, όλα να είναι ψέματα· ένα δεν είναι ψέμα, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός· όν, παίδες, υμνείτε και υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας. Αμήν».

 

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Τό κατά Θεόν πένθος

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

          Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὃτι αὐτοί παρακληθήσονται (Ματθ. ε΄ 4).  Σέ  ποιούς  ἀκριβῶς  ἀναφέρεται ὁ μακαρισμός αὐτός τοῦ κυρίου;  Στό ἐρώτημα πιστεύουμε πώς δίνουν ἐπαρκῆ ἐξήγησι τά  πατερικά  κείμενα. Ἐκεῖνο πού ἐμεῖς  θά θέλαμε ἐδῶ νά τονίσουμε εἶναι ὃτι τό κατά Θεόν πένθος δέν εἶναι μόνο γιά τούς μοναχούς. Τό πνευματικό πένθος εἶναι ἂρρηκτα συνδεδεμένο μέ τήν γνήσια καί εἰλικρινῆ μετάνοια, ἡ ὁποία χωρίς αὐτό ἀτονεῖ καί ξεθωριάζει, ἀφήνοντάς μας ἒκθετους στήν ὑποτροπή τῆς ἁμαρτίας.  Ὃπως λέει ὁ Ἃγιος  Ἐφραίμ ὁ Σῦρος, τό κατά Θεόν πένθος ἐργάζεται καί φυλάσσει (πρβλ. Γεν. β΄ 15), κάνει δηλ. τήν ψυχή νά προοδεύη, χωρίς νά χάνη τά ὃσα μέχρι τώρα κέρδισε μέ τήν μετάνοια.  Κατά τούς ἀσκητικούς Πατέρες, πρόκειται γιά περιεκτική ἀρετή , στήν ὁποία ἡ κατάνυξις καί τά δάκρυα παίζουν μεγάλο ρόλο, δέν ἀποτελοῦν ὃμως πάντοτε καί ἀπαραίτητο στοιχεῖο της.

          Εἶναι δυνατόν σήμερα νά φυλάξη κανείς τό πνευματικό πένθος μέσα στό κόσμο; Τήν ἀπορία αὐτή εἶχαν καί γιά τούς ἑαυτούς τους κάποιοι παλαιοί  κοινοβιάτες μοναχοί. Ἐκεῖνο πού πρέπει ἰδιαίτερα  νά ὑπογραμμισθῆ γιά τίς μέρες μας εἶναι ὃτι τό μακάριο πένθος ἀφανίζεται ὁλοκληρωτικά ἀπό τήν ἐμπαθῆ περιέργεια καί τήν ἐνασχόλησι μέ τά ἀλλότρια πταίσματα.  Ἂς μή περιμένουμε συντριβή, κατάνυξι καί δάκρυα γιά τίς ἁμαρτίες μας, ὃταν δυσκολευώμαστε νά κλείσουμε τά αὐτιά μας στό κάθε ἀδέσποτο κουτσομπολιό κι ὃταν δέν μποροῦμε  νά ἀπαρνηθοῦμε τίς <<ὑπηρεσίες>> τῶν λεγομένων μαζικῶν μέσων ἐνημερώσεως, πού δεν κάνουν τίποτε  ἂλλο ἀπό τό νά διαφημίζουν πληθωρικά τήν ποικιλώνυμη ἁμαρτία, νά ὑποδαυλίζουν τά πάθη, νά συσκοτίζουν  τό  πραγματικό νόημα τῶν γεγονότων καί νά ἀποπροσανατολίζουν τυραννικά τήν ἀθάνατη ψυχή μας.

          Εἲθε οἱ ψυχές ὃλων μας νά στερεωθοῦν πραγματικά στή μετάνοια καί στήν στενή καί τεθλιμμένη ὁδό τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς ζωῆς.

                                               Γέρων  Κύριλλος  Μοναχός

                                                            Κατουνάκια.           

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Πῶς ἀποκτᾶται ἡ πίστις

          Ποιό εἶναι τό καλλίτερο πνευματικό μέσο μέ τό ὁποῖο μπορεῖ  νά  πιστεύση κάποιος  στόν  Θεό;  Ἡ κατήχησις, ἡ ἀνάγνωσις τῆς  Ἁγίας  Γραφῆς,  ἡ θερμή προσευχή, ἡ ἐλεημοσύνη, τό κήρυγμα ἢ τό προσωπικό παράδειγμα;

          Τό πρῶτο μέσο εἶναι τό κήρυγμα, δεδομένου ὃτι ἡ πίστις ἒρχεται διά τῆς ἀκοῆς καί ἡ ἀκοή μέ τήν διήγησι τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. ι΄ 17).  Διότι πῶς  θά πιστεύση ἐάν δέν ἀκούση;

          Τό δεύτερο μέσον  εἶναι ἡ ἀνάγνωσις τῶν  Ἁγίων  Γραφῶν, κατά τήν μαρτυρία:  Ταῦτα δέ γέγραπται ἳνα  πιστεύσητε ὃτι  Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός ὁ  Υἱός τοῦ Θεοῦ, καί  ἳνα πιστεύοντες ζωήν ἒχητε ἐν τῶ ὀνόματι αὐτοῦ (Ἰωάν. κ’ 30-31).

          Τό τρίτο μέσον εἶναι τά θαύματα τοῦ Θεοῦ. Εἶπον οὖν αὐτῶ, τί οὖν ποιεῖς σύ σημεῖον ἳνα ἲδωμεν καί πιστεύσωμέν σοι;( Ἰωάν. στ΄ 30 ).

          Τό τέταρτο μέσον εἶναι ἡ θεωρία τῶν κτισμάτων τοῦ Θεοῦ. Στήν κτίσι σάν σέ καθρέπτη, βλέπουμε τόν Κτίστη καί τόν δοξάζουμε καί τόν πιστεύουμε ὃτι εἶναι Θεός.

          Τό πέμπτο μέσο μέ τό ὁποῖο πείθεται κάποιος νά πιστεύση στόν Θεό εἶναι τό κήρυγμα τῆς ὑποδειγματικῆς ζωῆς, τό προσωπικό παράδειγμα, δηλ. ἡ κατά  Χριστόν ζωή καί ἡ ἀπόδειξις μέ τά ἒργα αὐτῶν τά ὁποῖα διδάσκουμε.

 

Γέρων  Κλεόπας  Ἠλίε                          (Γέρων Κύριλλος Μοναχός                                                                                                                                      Κατουνάκια)

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

ΑΝΑΛΕΚΤΑ

            Εὐτυχής καί φρόνιμος εἶναι ἐκεῖνος ὃστις κατακυριεύει τῶν παθῶν του διά τῆς ἰσχύος τῆς θελήσεώς του. Ἳνα ἂρχη τίς τῶν ἂλλων , χρεωστεῖ ἐν πρώτοις ἑαυτοῦ νά ἐξουσιάζη.  Ὁ μᾶλλον  δυσπολέμητος ἐχθρός εἶναι τό ἐγώ.

 

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΟΥ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ...

 

            << Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ, ΔΕΝ  ΔΙΑΚΟΠΤΕΙ  ΤΟ  ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ, (ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΕΞΕΛΘΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ), ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΕΙ ΜΕ ΟΣΑ ΔΙΑΠΡΑΤΟΝΤΑΙ, ΜΕΤΑΞΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΑΙ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΟΣΑ ΔΙΕΠΡΑΧΘΗΣΑΝ ΣΤΗΝ ‘’ΨΕΥΔΟΣΥΝΟΔΟ’’ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ>>.

            ΕΠΟΝΤΑΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ…..ΑΝΑΜΕΝΩΜΕΝ!

            ΣΕΒΑΣΤΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ. ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΟΥΜΕ ΜΕ ΟΣΑ ΔΙΑΠΡΑΤΟΝΤΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΑΙ ΠΑΠΑ ΡΩΜΗΣ.

            ΕΜΕΙΣ ΥΠΟΓΡΑΨΑΜΕΝ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ, ΔΕΝ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ ΠΙΣΩ ΤΑΣ ΥΠΟΓΡΑΦΑΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΔΕΧΘΟΥΜΕ <<ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ>>.

            ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ – ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΝ ΜΑΣ.

            ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΟΥΜΕ ΟΥΔΕΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ.

            ΕΜΕΙΣ ΜΕΝΩΜΕΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΕΝΩΜΕΝ ΣΤΑΘΕΡΟΙ  ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΙΣΤΙΝ ΜΑΣ, ΕΙΣ ΤΟ ΕΝΑ ΜΕΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ , ΕΩΣ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΟΝ.

            ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΩΜΕΝ ΟΥΔΕΝΑ, ΑΛΛΟΙ ΕΝΟΧΛΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΕΝΟΧΛΟΥΝ, ΚΑΘ’ ΟΤΙ :  << ΑΝΤΙΛΟΓΙΑΣ ΕΓΕΙΡΕΙ ΠΑΣ ΚΑΚΟΣ, Ο ΔΕ ΚΥΡΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΝ ΑΝΕΛΕΗΜΟΝΑ ΕΚΠΕΜΨΕΙ ΑΥΤΩ>>  ΕΝΩ…. ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΤΟΥΣ, ΦΑΥΛΟΥΣ ΚΑΛΟΥΣΙΝ.  (  ΠΑΡΟΙΜΙΩΝ  ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ  ΙΣΤ!  17 ΚΑΙ  ΙΖ ! 17 )

            ΠΡΕΠΕΙ ΑΠΑΝΤΕΣ , ΚΛΗΡΙΚΟΙ, ΜΟΝΑΧΟΙ ΚΑΙ ΛΑΪΚΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΑΣ, ΝΑ ΕΙΜΕΘΑ ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΙΗΣΟΥ.  ΟΙ ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ ΜΑΣ, ΤΑ ΛΑΘΗ, ΤΑ ΠΑΘΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ  ΜΑΣ, ΝΑ ΤΕΘΟΥΝ  ΥΠΟ  ΕΛΕΓΧΟΝ, ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΟΧΩΡΗΣΟΥΝ.   

            ΤΟ  ΑΝΤΙΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟΝ  ΕΡΓΟΝ , ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ  ΘΕΜΑ ΜΟΝΟΝ  ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ,  ΑΛΛΑ  ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ.  ΔΙΑ  ΤΟΥΤΟ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ  ΣΥΝΕΣΙΣ,  ΑΓΑΠΗ  ΚΑΤΑ  ΘΕΟΝ,  ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΠΡΟΣΟΧΗ  ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗ , ΜΑΚΡΑΝ  ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΝ ΚΑΙ ΑΔΙΑΚΡΙΣΙΑΝ, ΚΥΡΙΩΣ  ΔΕ  ΝΑ ΜΗΝ ΕΥΡΕΘΩΜΕΝ  ΕΞΩΘΕΝ ΤΗΣ  ΑΓΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ, ΟΠΩΣ  Ο  ΙΕΡΟΣ  ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΜΑΣ  ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ:  ‘’ ΚΑΛΙΟΝ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΛΑΝΟΜΕΝΟΣ,  Η  ΕΞΩΘΕΝ  ΑΥΤΗΣ  ΑΚΡΙΒΟΛΟΓΩΝ’’.

          ΟΙ ΑΝΤΙΟΙΚΟΙΜΕΝΙΣΤΑΙ, ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΣΧΗΣΜΑ  ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ, ΑΚΡΙΒΩΣ ΕΠΕΙΔΗ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΩΣΤΑ  ΚΑΙ  ΟΡΘΟΔΟΞΑ,  ΕΙΣ  ΑΥΤΗΝ.

ΚΑΙ  ΠΡΩΤΟΝ:

            ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ  ΤΗΝ  ΑΓΙΑΝ ΓΡΑΦΗΝ,  ΠΑΛΑΙΑΝ  ΚΑΙ ΚΑΙΝΗΝ,  ΧΩΡΙΣ  ΚΑΜΙΑΝ  ΑΜΦΙΒΟΛΙΑΝ,  ΓΙΑ  ΟΣΑ  ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ  ΚΑΙ  ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ  ΕΝ  ΑΥΤΑΙΣ,  ΚΑΙ  ΔΕΝ ΔΕΧΟΝΤΑΙ,  ΤΟ  ΚΟΡΑΝΙΟΝ  ( ΜΗ  ΓΕΝΟΙΤΟ  ΚΥΡΙΕ ).

ΔΕΥΤΕΡΟΝ:

            ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ  ΕΙΣ  ΤΗΝ  ΙΕΡΑΝ  ΠΑΡΑΔΟΣΙΝ  ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ  ΜΑΣ:

ΩΣ  ΟΙ  ΠΡΟΦΗΤΑΙ  ΕΙΔΟΝ,  ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ  ΩΣ  ΕΔΙΔΑΞΑΝ, Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ  ΩΣ  ΠΑΡΕΛΑΒΕΝ,  ΟΙ  ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ  ΩΣ ΕΔΟΓΜΑΤΙΣΑΝ,  Η  ΟΙΚΟΥΜΕΝΗ  ΩΣ  ΣΥΜΠΕΦΡΟΝΗΚΕΝ…..ΤΟΝ ΜΕΝ  ΩΣ  ΘΕΟΝ  ΚΑΙ  ΔΕΣΠΟΤΗΝ  ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΝΤΕΣ,  ΚΑΙ ΣΕΒΟΝΤΕΣ,  ΤΟΥΣ  ΔΕ ( ΑΓΙΟΥΣ ) ΔΙΑ  ΤΟΝ  ΚΟΙΝΟΝ ΔΕΣΠΟΤΗΝ,  ΩΣ  ΑΥΤΟΥ  ΓΝΗΣΙΟΥΣ  ΘΕΡΑΠΟΝΤΑΣ  ΤΙΜΩΝΤΕΣ, ΚΑΙ  ΤΗΝ  ΚΑΤΑ  ΣΧΕΣΙΝ  ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΝ  ΑΠΟΝΕΜΟΝΤΕΣ.                                                                                                                                                                                           ΑΥΤΗ  Η  ΠΙΣΤΙΣ  ΤΩΝ  ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ,                                                                                                   ΑΥΤΗ  Η  ΠΙΣΤΙΣ  ΤΩΝ  ΠΑΤΕΡΩΝ,                                                                                                           ΑΥΤΗ  Η  ΠΙΣΤΙΣ  ΤΩΝ  ΟΡΘΔΟΞΩΝ,                                                                                                       ΑΥΤΗ  Η  ΠΙΣΤΙΣ  ΤΗΝ  ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΝ  ΕΣΤΗΡΙΞΕΝ.

ΤΡΙΤΟΝ:

            ΟΙ  ΑΝΤΙΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΑΙ  ΔΕΝ  ΔΕΧΟΝΤΑΙ  ΤΗΝ ‘’ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗΝ’’ ΘΕΟΛΟΓΙΑΝ,  ΤΩΝ  ΝΕΟΤΕΡΙΣΤΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ,  ΤΟΥ  ΝΕΟΥ  ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ,  ΟΥΤΕ  ΤΗΝ ‘’ΜΕΤΑΦΟΡΑ’’  ΤΗΣ  ΩΡΑΙΩΤΑΤΗΣ  ΘΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ, ΕΙΣ ΤΗΝ  ΔΗΜΟΤΙΚΗΝ  ΓΛΩΣΣΑΝ,  ΜΗ  ΓΕΝΟΙΤΟ.

ΤΕΤΑΡΤΟΝ:

            ΑΠΑΝΤΕΣ,  ΩΣ  ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ  ΠΑΤΕΡΕΣ,  ΦΕΡΩΜΕΝ ΤΕΡΑΣΤΙΑΝ  ΕΥΘΥΝΗΝ,  ΕΜΠΡΟΣΘΕΝ ‘’ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ’’ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ,  ΑΛΛΑ  ΚΑΙ ΕΜΠΡΟΣΘΕΝ  ΤΟΥ  ΚΥΡΙΟΥ  ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΚΑΘΩΣ  ΚΑΙ  ΤΗΣ  ΜΗΤΡΟΣ  ΑΥΤΟΥ,  ΟΣΤΙΣ  ΕΙΝΑΙ(Ο ΧΡΙΣΤΟΣ) :                                                                                                                                                                         ‘’ΔΙΚΑΙΟΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ  ΚΑΙ  ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΑΣ  ΗΓΑΠΗΣΕΝ’’ (ΨΑΛΜ.ΔΑΥΪΔ) . ΟΛΟΙ  ΜΑΣ  ΑΡΑΓΕ, ΟΠΟΙΑΣ  ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑΣ  ΘΑ ΤΥΧΩΜΕΝ, ΟΤΑΝ  Η  ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ  ΤΟΥ  ΑΓΙΟΥ  ΟΡΟΥΣ  ΜΑΣ  ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΣΕΙ;

            ΔΕΝ  ΕΙΜΕΘΑ  ΜΟΝΟΝ ‘’ΦΥΛΑΚΕΣ  ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ’’ ΕΔΩ  ΣΤΟ ‘’ΠΕΡΙΒΟΛΙ’’  ΤΗΣ  ΚΥΡΙΑΣ  ΘΕΟΤΟΚΟΥ -  ΤΗΣ  ΠΑΝΑΓΙΑΣ  ΜΑΣ, ΑΛΛΑ  ΚΑΙ ΤΗΣ  ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ  ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ  ΑΥΤΟΥ.

                                                                Ο ΘΕΟΣ  ΝΑ  ΜΑΣ  ΛΥΠΗΘΕΙ.

                                                                 ΑΜΗΝ.     ΓΕΝΟΙΤΟ.

                                                            ΓΕΡΩΝ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ

                                                                   ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ

                                                                       ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

                                                               ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

                                                        27η / 9η – ΠΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΥ

                                                                     ΜΑΡΤΙΟΥ   2017

 

  

               

 

 

 

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Ἡ   ἀδύναμη  πίστις  αἰτία  τῆς  χλιαρότητας

 

            Ἡ ἀδυναμία τῆς  πίστεως γεννιέται  ἀπ’ αὐτές τίς δύο αἰτίες:  Πρῶτα , ἐπειδή  ὁ  νοῦς  δέν μπορεῖ  νά εἰσχωρήσει  βαθιά στά μυστήρια  τοῦ Θεοῦ καί στά  αἲτια πού μᾶς κάνουν νά τά πιστεύουμε. Κι  ἒπειτα, ἐπειδή ἡ θέληση δέν μπορεῖ νά τ’ ἀγαπήσει πρίν τά γνωρίσει,  μιά καί προϋπόθεση τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ γνώση.  Γι’ αὐτό ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος εἶπε ὃτι ὁ ἂνθρωπος  μπορεῖ  ν’ ἀγαπήσει τ’ ἀόρατα πράγματα, ὂχι ὃμως  καί τά ἂγνωστα  σ’ αὐτόν. Ἒτσι, βλέπουμε μερικούς ἀνθρώπους, πού εἶναι πιστοί ὂχι τόσο γιατί διάλεξαν  συνειδητά καί θεληματικά τή ζωή τοῦ χριστιανοῦ, ὃσο γιατί γεννήθηκαν ἀπό γονεῖς χριστιανούς. Εἶναι πιστοί γιατί ἒλαβαν τό βάπτισμα. Ὡς πρός τά ἂλλα, τόσο λίγο καταλαβαίνουν τό μεγαλεῖο τῶν μυστηρίων, τόσο λίγο γνωρίζουν τήν ὑπεροχή τῆς πίστεώς μας ἀπέναντι στίς ἂλλες θρησκεῖες καί τόσο λίγο ἀκολουθοῦν στή ζωή τους τό νόμο τοῦ Εὐαγγελίου, ὣστε μόλις πού ξεχωρίζουν ἀπό τούς ἀπίστους. Γιατί, μολονότι λένε πώς πιστεύουν στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τά πιστεύουν ὃμως  μέ μιά πίστη τόσο συγκεχυμένη, τόσο χλιαρή καί ἀδύνατη, πού μποροῦμε νά ποῦμε πώς τά γνωρίζουν ὃπως ὁ τυφλός ἐκεῖνος, πού ἒβλεπε τούς ἀνθρώπους σά δέντρα.                                                                                                                                                                                                                                  Ἡ πίστη πρέπει νά εἶναι ὂχι μόνο κανών τοῦ πιστεύειν, ἀλλά καί κανών τοῦ ποιεῖν. Συνίσταται δηλαδή ὂχι μόνο στό νά πιστεύουμε, ἀλλά καί στό νά ζοῦμε σωστά: Ἡ πίστις χωρίς τῶν ἒργων νεκρά ἐστι (Ἰακ.β’ 26). Γιατί ἐκεῖνοι πού ὁμολογοῦν τό Χριστό γιά διδάσκαλο τῆς πίστεως, τῶν μυστηρίων καί τῶν δογμάτων πού μᾶς ἀποκάλυψε, οἱ ἲδιοι δέν ἐφαρμόζουν στή ζωή τους τό νόμο Του.                                                                                                                                                        Ἀπό τήν ἀδύναμη πίστη προέρχονται δυό ἀλληλένδετα καί φοβερά πνευματικά κακά:  ἡ ὑποχώρηση τῆς ἀρετῆς καί ἡ αὒξηση κάθε κακίας.                                                                                               Ἂς δοῦμε πρῶτα πῶς ὑποχωρεῖ ἡ ἀρετή. Ἀπό τούς τωρινούς χριστιανούς, γιά τήν ἀδυναμία τῆς πίστεώς τους , λείπει ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος τῆς ἀρετῆς, πού ἢκμαζε καί αὐξανόταν στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες. Καί νά γιατί:  Ὃπως εἶναι ἡ ρίζα σ’ ἓνα δέντρο, ἒτσι εἶναι καί ἡ πίστη στήν ψυχή. Ἐκείνη εἶναι πού τήν τρέφει, τή μεγαλώνει, τήν κάνει νά δίνει καρπό.  Ἒτσι, ἂν ζεῖ ὁ χριστιανός, ζεῖ μέ τήν πίστη, ὃπως λέει ὁ ἀπόστολος :  ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται (Ρωμ. α΄17). Καί ὁ ἃδης ἀκόμα νά ὁρμήσει πάνω στόν πιστό, αὐτός θά τά βγάλει πέρα. Ἂν ὃμως κόψει ἢ ἀδυντίσει τή ρίζα τῆς πίστεως, ἀμέσως μαραίνονται ὃλες οἱ ἀρετές καί χάνονται ὂχι μόνο οἱ καρποί, δηλαδή ἡ ἐσωτερική ψυχική του καλλιέργεια, μά καί τά φύλλα ἀκόμα, δηλαδή ἡ ἐξωτερική καλή συμπεριφορά του.                                                                                                                           Ἀλλά τώρα, ἀφοῦ εἲδαμε πῶς φεύγουν οἱ ἀρετές, ἂς ἐξετάσουμε καί πῶς αὐξάνονται οἱ κακίες ἀπό τήν ἀδυναμία τῆς πίστεως.                                                                                                                   Ὃταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος, περπατώντας στή θάλασσα, ἂρχισε νά βυθίζεται, ἀπέδωσε τήν αἰτία στόν ἂνεμο πού φυσοῦσε: Βλέπων δέ τόν ἂνεμον ἰσχυρόν ἐφοβήθη.  Ὁ  Κύριος  ὃμως  ἀπέδωσε τήν αἰτία στήν ὀλιγοπιστία του: Ὀλιγόπιστε, εἰς τί ἐδίστασας; ( Ματθ. ιδ’ 30-31 ).   Ἒτσι καί οἱ χριστιανοί ἀποδίδουν τήν αἰτία τῶν κακῶν ἒργων τους καί τῆς κακῆς ζωῆς τους εἲτε σέ κάποιο πειρασμό εἲτε στήν ἀδυναμία τους.  Ἡ ἀληθινή ὃμως αἰτία εἶναι ἡ ἀσθενική τους πίστη.                  Πολλοί χριστιανοί νομίζουν πώς ἡ ἁμαρτία εἶναι μιά νεανική ἐπιπολαιότητα, μιά συγγνωστή  ἀδυναμία, ἓνα μικρό κακό.  Καί προσθέτουν τήν μιά ἁμαρτία πάνω στήν ἂλλη. Κι ὃταν ἒρθει καμιά μεγάλη γιορτή, τό Πάσχα ἢ τά χριστούγεννα, ἲσως πᾶνε νά έξομολογηθοῦν. Μά καί τότε ἡ ἐξομολόγησή τους εἶναι τυπική καί λειψή.                                                                                                        Ἀλλοίμονο ! Αὐτά εἶναι τά τέκνα τοῦ φωτός, ὃπως  ὀνομάζει ὁ ἀπόστολος τούς χριστιανούς;  Αὐτοί εἶναι οἱ μαθητές τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ;  Αὐτοί εἶναι οἱ ἀπόγονοι  τῶν ἁγίων;                                                                                                                                                                                                           Ἀπό  ποῦ  ὃμως  προέρχονται  ὃλ’ αὐτά; Ἀπό τήν ἀδύναμη πίστη.  Πλησιάσαμε, φαίνεται, στούς χαλεπούς ἐκείνους καιρούς, γιά τούς ὁποίους εἶπε ὁ Κύριος:  Ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐλθών ἆρα εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς γῆς; ( Λουκ. ιη’ 8 ).    

            Μετά ἀπ’ ὃλα αὐτά ὃμως γεννιέται τό ἐρώτημα: Δέν ὑπάρχει ἂραγε γιατριά σ’ αὐτό τό τόσο φοβερό κακό; Ναί, ὑπάρχει. Φτάνει νά τήν ἐπιζητήσει ὁ ἲδιος ὁ ἂνθρωπος πού ἒχει ἀδύναμη πίστη. Καί τί πρέπει  νά  κάνει;  Πρῶτα-πρῶτα, νά  ζητάει θερμά ἀπό τό Θεό, μέ τήν προσευχή τήν ἐνίσχυση τῆς πίστεώς του. Αὐτό ἒκαναν ἀκόμα καί οἱ ἃγιοι ἀπόστολοι:  Πρόσθες ἡμῖν πίστιν ( Λουκ. ιζ’ 5 ). Ἒπειτα, ἀπαραίτητη εἶναι ἡ προσεκτική μελέτη τῶν βιβλίων, πού ἐκθέτουν καί ἑρμηνεύουν, ὃσο εἶναι δυνατό, τά μυστήρια τῆς πίστεως – τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν πατερικῶν ἒργων, τῶν ὀρθοδόξων ἀπολογητικῶν καί ψυχωφελῶν συγγραμμάτων γενικά.                                                                                                                                                                                                                       Μετά ἀπ΄ αὐτά, ἡ αὒξηση τῆς πίστεως ἀνήκει στό ἂπειρο ἒλεος τοῦ Θεοῦ, πού παρέχεται στόν καθένα ἀνάλογα μέ τήν ἀγαθή προαίρεση καί τήν ταπείνωσή του.

                                                                      Ὃσ. Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Ὃπως μή τόν πλησίον φθονῶμεν

<<Οἱ  τά  ἒργα  τοῦ  φθόνου  πράττοντες ,  βασιλείαν  Θεοῦ  οὐ  κληρονομήσουσιν.>>

<<Εἰ  ἀλλήλους  δάκνετε  καί  κατεσθίετε , βλέπετε  μή  ὑπ’ ἀλλήλων ἀναλωθῆτε.>>

        Ταῦτα  διά  τοῦ  Ἀποστόλου  σου  Παύλου  παρήγγειλας  ἡμῖν , Κύριε  , ὃπως  τάς  φθονεράς διαθέσεις  ἐκ  τῆς  καρδίας  ἡμῶν  ἐξαλείψωμεν , καί  διά  τῆς  ἀγάπης  τήν  εἰρήνην  καί  τήν  εὐδαιμωνίαν  ἡμῶν  στηρίξωμεν.  

        Ναί !  πανάγαθε  Σῶτερ , ἡ  ἀληθής  ἀγάπη  οὐδέποτε  ἐχθρόν  ἐμίσησεν , οὐδέποτε  τά  ἀγαθά  τοῦ  πλησίον  αὐτῆς  ἐφθόνησεν , οὐδέποτε  ὀφθαλμόν  πονηρόν  ἒσχεν.

        Ἀλλ’  ἡμεῖς  ὑπό  τοῦ  αἰσχροῦ  πάθους  τοῦ  φθόνου  κατατηκόμενοι , ὡς  ἂλλοι  φθισιῶντες , καί  ἡμᾶς  αὐτούς φθείρομεν  καί  δυστυχεῖς  καθιστῶμεν,  καί  τόν  πλησίον  ἡμῶν  καταστρέφομεν , καί  τήν Πατρίδα  ἀδικοῦμεν  καί  βλάπτομεν ,  καί  τόν Πανάγαθον  δικαίως  καθ’  ἡμῶν  παροργίζομεν.

        Ναί !  Κύριε , ἀντίπους  τῆς  ἀγάπης  τό  βδελυρόν  πάθος  τοῦ  φθόνου.  Τέκνα  σου  ἀληθῆ  οἱ  ἀγαπῶντες.  Γεννήματα  ἐχιδνῶν  οἱ  φθονοῦντες.  Τήν  βδελυρίαν  δέ  τοῦ  πάθους  των  οἱ  φθονεροί  συναισθανόμενοι , οὐδέποτε  τολμῶσιν  ἐνώπιον  τῶν  ἀνθρώπων  νά  ὁμολογήσωσιν  αὐτό.  Ἀλλ’ ἐν  τῶ  κρυπτῶ  ὑπ’ αὐτοῦ  κατατρυχόμενοι  καί  καταναλισκόμενοι , τόν  πλησίον  ὡς  ὂφεις  δάκνουσιν , ὃπως  κορέσωσι  τόν  φθόνον  αὐτῶν.

        Διαφώτισον  λοιπόν , Θεέ , τούς  ὀφθαλμούς  τῆς  ψυχῆς  ἡμῶν , ὃπως  τό  οὐράνιον  κάλλος  τῆς  ἀγάπης  ἲδωμεν , καί  τάς  φθονεράς  διαθέσεις  ἐκ  τῆς  καρδίας  ἡμῶν  ἐκριζώσωμεν , καί  ἐκ  τῶν  δεινῶν  τοῦ  φθόνου  ἀπαλλαγῶμεν , πάντας  δέ  τούς  καλλιτέρους  ἡμῶν  ὡς  τέκνα  σου  ἀγαπητά  καί  ἀδελφούς  ἡμῶν  ἀγαπῶμεν , καί  ἐπ’  αὐτοῖς  χαίρωμεν,καί  αὐτούς  μιμώμεθα , ἳνα  βελτίονες  δι’ αὐτῶν  γενώμεθα , καί  τήν  εὐλογίαν  σου  ἐφ’  ἡμᾶς  ἐφελκύωμεν.  Ἀμήν .

        Ἀγάπη!  Σύ  εἶσαι  ἡ  εὐτυχία.

        Λοιπόν  θ’ ἀγαπήσω  ἐνόσω  ζῶ.

        Ὁ  φθόνος  δέ  εἶναι  φθίσις , κακία.

        Οὐδέποτε  θέλω  φθονήσει  ἐγώ.

        Θεέ  τῆς  ἀγάπης , ἐνίσχυσόν  με

        Ἀγάπης  πλήρη  νά  ἒχω ψυχήν,

        Ἂν  ὃμως  φθονήσω , κατάστρεψόν  με

        Ὡς  ἂλλον  Κάϊν , Θεέ  μου .  Ἀμήν .

       

 

ΜΟΝΑΧΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

** ΑΝΑΣΤΑΣΗ **

 

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

Ανάσταση! Και  μέσα  στην  καρδιά  μου,

που  μαύροι  τη  μαράνανε  χειμώνες,

μιας  άνοιξης  αυγή  γλυκοχαράζει

κι’ ανθίζουν  μενεξέδες  κι’ ανεμώνες.

 

Ανάσταση! Και  μέσα  στην  καρδιά  μου,

που  τη  σπάραξαν  άγρια  οι  στείροι  πόνοι,

ολόδροσο, ουρανόσταλτο  βλαστάρι

θεϊκής  χαράς  αρχίζει  να  φυτρώνει.

 

Θεϊκής  χαράς! Ω Σταυρωμένη Ελπίδα!

καθώς  σε  βλέπω  αναστημένη  πάλι,

αθάνατη, απροσμάχητη, μεγάλη,

κάμε  το  θαύμα  που  ποτέ  δεν  είδα!

ο,τι  νεκρό  του  μυστικού  μου  κόσμου,

παρακαλώ  Σε, ανάστησέ  το  εντός  μου.

 

ποίημα Γ. Βερίτη

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

ΠΕΡΙ ΠΟΝΗΡΙΑΣ

 

          Πονηρία, ἢγουν πρᾶξις πονηρά, πανουργία-δολιότης-κρυψίνοια.  Ἡ πονηρία εἶναι μία διάθεσις τῆς καρδίας, καθ’ ἣν ὁ ἂνθρωπος προαιρεῖται καί πράττει πάντοτε τό κακόν ἐναντίον τοῦ θείου νόμου. Ἡ πονηρία πηγάζει ἀπό τήν ἀκάθαρτον καρδίαν, ἡ πονηρά προαίρεσις ἐστίν ἡ ρίζα πάντων τῶν κακῶν. Ἡ πονηρία εἶναι ἒμπνευσις τοῦ πονηροῦ, εἶναι πλάνη σατανική καί ζωή δαιμονική, εἶναι σκότος, ἐργάζεται ἐσαεί τό πονηρόν, ἐν τῶ κόσμω, καί πολεμεῖ τό ἀγαθόν, καθότι μισεῖ τό καλόν καί ἀγαπᾶ τό κακόν, καί επιζητεῖ ἐπί τῆς γῆς τήν ἐπικράτιση τῆς βασιλείας τοῦ πονηροῦ. << Ὃλος ὁ κόσμος εὑρίσκεται ἐν τῶ πονηρῶ, καί οἱ πονηρευόμενοι ἐξολοθρευθίσονται >> ( Ψαλμ. λς’ 9 ).  Ἡ πονηρία εἶναι εἷς φθορεύς καί ἀφανιστής τῆς εὐθύτητος καί τῆς δικαιοσύνης. Προσπαθεῖ πάση δυνάμει διά τοῦ ψεύδους καί τῆς ἀπάτης καί πλάνης νά πλανᾶ τόν κόσμον, μεταβάλλουσα τό δίκαιον εἰς ἂδικον καί τό φῶς εἰς σκότος. Οἱ πονηροί στοχασμοί εἰς τήν ἀκάθαρτον καρδίαν γίνονται ἀπό τήν παρακίνησιν τοῦ διαβόλου, καθότι ἡ άκάθαρτος καρδία εἶναι ὁ θρόνος τῶν δαιμόνων.                                                                   Ὁ  μέγας Βασίλειος λέγει: << Ὁ μή διανοούμενος τό πονηρόν, εὑρίσκεται εἰς τόν Θεόν >>. Ὃπου ἀγαθή προαίρεσις, ἐκεῖ καί θεία χάρις. Μέγιστον κακόν καί ἀθεράπευτον καί ἀνουθέτητον ἐστίν ἡ πονηρία. Αὐτή καταθλίβει τόν πονηρόν, κόπος δέ καί πόνος ὑπό τήν γλῶσσαν αὐτοῦ. Πολλοί πονηροί,  πανοῦργοι καί ἀπαταιῶνες ἐν τῶ κόσμω. Τόσον πολλοί ὃσον  τό καταπατούμενον χόρτον. Ὁ πονηρός, εἶναι διπρόσωπος καί πανοῦργος, ἐνδυόμενος ὁτέ μέν τήν λεοντῆν, ὁτέ δέ τήν ἀλωπεκῆν, ὑποκρίνεται τόν εὐσεβῆ καί τήν ψευδῆ εὐλάβειαν πρός ἐξαπάτησιν τῶν ἀγαθῶν ἀνθρώπων. << Πονηρόν ἂνδρα, μηδέποτε ποιοῦ  φίλον. - Ἀνήρ πονηρός, δυστυχεῖ κἂν εὐτυχῆ. - Ἀνδρός πονηροῦ, φεῦγε συνοδείαν ἀεί. – Τόν πονηρόν ἂνδρα φεῦγε παρ’ ὃλον τόν βίον >>.  Ὁ σκοπός καί τό ἒργον τοῦ πονηροῦ εἶναι ἡ  ἁρπαγή, ἡ κλεψιά καί ἡ ἀδικία. Ὁ πονηρός εἶναι ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καί ὂργανον τοῦ διαβόλου, εἶναι καταδικασμένος εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός, καί πρό τῆς γεέννης κολάζεται ὑπό τοῦ συνειδότος κεντούμενος. << Ὁ θυμός τοῦ πιθήκου καί ὁ φοβερισμός τοῦ πονηροῦ εἶν’ ἓν καί τό αὐτό >>. ( Ἐπίκτητος) Ἀπό πονηρόν ἂνθρωπον, μή δέχου συμβουλήν.

                                                    ΠΡΟΗΓΟΥΜ. ΣΥΜΕΩΝ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

ΕΥΧΕΣ

 

ΟΙ ΣΥΝΤΑΚΤΕΣ ΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ ΕΥΧΟΝΤΑΙ ΟΛOΨΥΧΩΣ ΣΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΤΗΝ ΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑΝ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΣ

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

Φίλοι μου γειά σας,

Ἡ σελίδα αυτή δημιουργήθηκε μέ τήν ἐλπίδα νά βοηθηθούν κάποιες ψυχές στήν πνευματική τους πορεία πρός τό Χριστό. Ἀπό τόν ἱστότοπο αὐτό θά θίγονται καθαρά ὀρθόδοξα πνευματικά θέματα. Εὐχόμαστε μέ τήν βοήθεια τοῦ τριαδικοῦ θεοῦ μας νά ἐξυπηρετήσει ἀπόλυτα τόν σκοπό γιά τόν ὁποῖο δημιουργήθηκε.